Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Μη μ' αφήσεις ποτέ - Καζούο Ισιγκούρο (βιβλίο και ταινία)

3 σχόλια
Πάνε πέντε χρόνια από τότε που πρωτοδιάβασα το μυθιστόρημα Μη μ' αφήσεις ποτέ του Καζούο Ισιγκούρο (γεννημένου στο Ναγκασάκι της Ιαπωνίας το 1954, μεγαλωμένου από 6 χρονών στην Αγγλία, συγγραφέα του Απομεινάρια μιας μέρας) και έχω την αίσθηση ότι ποτέ δεν το συζήτησα επαρκώς. Ποτέ δεν μοιράστηκα, στον βαθμό που θα το ήθελα, τις εντυπώσεις και τις απορίες που μου γέννησε το βιβλίο. Όποτε το πρότεινα σε κάποιον για ανάγνωση, νομίζω πως δεν έπεισα για την ποιότητά του. Ίσως ήταν η αδυναμία μου να δώσω στον συνομιλητή μου να καταλάβει πως πρόκειται για κάτι παραπάνω από μια ιστορία (επιστημονικής φαντασίας) που αφορά μια ομάδα παιδιών-κλώνων που προορίζονται για δωρητές οργάνων. [Μήπως το θέμα μάς ενοχλεί από μόνο του; Θα μας "γαργαλούσε" η ιδέα να έχουμε προσωπικό (κλωνοποιημένο) δωρητή οργάνων;]

Όλα αυτά τα θυμήθηκα όταν είδα την πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά του Μη μ' αφήσεις ποτέ [Σκηνοθεσία: Μαρκ Ρόμανεκ, Ηθοποιοί: Κέρι Μάλιγκαν, Άντριου Γκάρφιλντ, Κίρα Νάιτλι, Σάρλοτ Ράμπλινγκ]. Η ταινία είναι αρκετά πιστή στο μυθιστόρημα έχοντας φυσικά απλοποιήσει και συντομεύσει την πλοκή ώστε να χωράει στο χρονικό πλαίσιο μιας τυπικής κινηματογραφικής προβολής. Η ηθοποιία (ιδίως του Γκάρφιλντ και της Νάιτλι) είναι εξαιρετική - κυρίως σε κινητικό επίπεδο, μια και αποδίδει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο τον σχεδόν αυτιστικό αυτοματισμό των προσώπων που υποδύονται. H πρωταγωνίστρια (η Κέρι Μάλιγκαν στον ρόλο της Κάθυ) παίζει σε ένα πιο συγκινησιακό επίπεδο. Η φωτογραφία είναι νοσταλγική - με τις αποχρώσεις του ρόδινου και του γκριζοπράσινου να επικρατούν -, απόλυτα ταιριαστή με τη μελαγχολία των εσωτερικών χώρων και του αγγλικού τοπίου. Τα σκυθρωπά πλάνα δεν γεμίζουν εύκολα με ανθρώπους και δημιουργούν ένα ταιριαστά δυσοίωνο κλίμα. Όμως, κάτι λείπει για να επιτευχθεί η αλλόκοτη ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε στο μυθιστόρημα. [Να φταίει αυτή ακριβώς η αληθοφάνεια της σκηνοθεσίας;]

Η Κάθυ μεγαλώνει μαζί με άλλα παιδιά σε ένα αγγλικό κολλέγιο. Σιγά-σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά. Η Κάθυ, ως αφηγήτρια στο μυθιστόρημα, δεν έχει πλήρη γνώση του τι συμβαίνει. Δεν θέλει να ξέρει όσα δεν μπορεί να διαχειρισθεί συναισθηματικά. Καλείται ο αναγνώστης να συνδέσει τις πληροφορίες και να αντιληφθεί ότι πρόκειται για κλώνους που έχουν έναν μόνο προορισμό στη ζωή τους: να δώσουν τα όργανά τους και να "ολοκληρώσουν" (to complete - η λέξη "πεθάνουν" αποφεύγεται). Όλη τους η εκπαίδευση, όλη τους η ανατροφή, έχει μοναδικό σκοπό να συναινούν σε αυτή τη "μοίρα", να αποδέχονται τον τραγικό κοινωνικό τους ρόλο. Ό,τι είναι υγιεινό επιτρέπεται και ενθαρρύνεται (π.χ. το σεξ, από μια ηλικία και μετά), ενώ απαγορεύεται αυστηρά οτιδήποτε μπορεί να χαλάσει το σώμα του δότη (π.χ. το κάπνισμα). Η τέχνη - ανά τακτά χρονικά διαστήματα κάποια Μαντάμ έρχεται για να επιλέξει τα καλύτερα έργα για τη Γκαλερί της - δημιουργεί στα παιδιά την ψευδαίσθηση κάποιας υπαρξιακής δικαίωσης. Όλα συντείνουν στο να γίνουν αυτόβουλα θύματα μιας απρόσωπης εξουσίας που έχει προδιαγράψει το αναπόδραστο μέλλον τους. Ακόμη και οι "μύθοι" που φτιάχνουν καταλήγουν στο "δεν μπορείς να ξεφύγεις".


Το μυθιστόρημα (όπως και η ταινία) μάς οδηγεί βέβαια και σε συμπεράσματα για την ίδια την ανθρώπινη κατάσταση. Ο ίδιος ο Κ.Ι.  σε μια συνέντευξή του (αν δεν με απατά η μνήμη μου) λέει ότι τον ενδιέφερε πώς συμπεριφέρεται ο κάθε άνθρωπος όταν νιώθει αυτή την αδυσώπητη εγγύτητα του θανάτου. Εκτός από την υπαρξιακή διάσταση, ο συγγραφέας καταπιάνεται και με το ζήτημα της αντίδρασης του ατόμου απέναντι σε μια καταπιεστική κοινωνία. Η εξουσία, σε γενικές γραμμές (πλην των δασκάλων), δεν εμφανίζεται. Η πειθάρχηση είναι εσωτερικευμένη. Δεν υπάρχουν κλειδαριές. [Στην ταινία οι νεαροί εμφανίζονται να περνούν κάποια μεταλλικά βραχιόλια που φορούν από ένα μηχάνημα που ελέγχει την επιστροφή τους - κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στο βιβλίο.] Κανείς δεν διανοείται να επαναστατήσει σε μια τόσο καταπιεστική κοινωνία. [Παρεμπιπτόντως, κανονικοί άνθρωποι, εκτός αυτών που εμπλέκονται άμεσα με τα παιδιά, μόνο φευγαλέα εμφανίζονται.] Όλοι είναι υποταγμένοι στο πεπρωμένο τους. Να είναι αυτό το μέλλον που προοιωνίζεται για την ανθρωπότητα;

Δεν βρίσκει κανείς συχνά συγγραφέα να θέτει τόσο καίρια ερωτήματα για την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο Καζούο Ισιγκούρο με το μυθιστόρημα αυτό - σε πείσμα της αδιαφορίας με την οποία λίγο-πολύ το αντιμετώπισε το ελληνικό αναγνωστικό κοινό - αποδεικνύει ότι ανήκει δικαιωματικά στους κλασικούς της εποχής μας.


[Διαβάστε εδώ για τον Καζούο Ισιγκούρο.] [Δείτε εδώ τρέιλερ της ταινίας.]
Συνέχεια →
Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Πώς να κρυφτείς - Αμάντα Μιχαλοπούλου (εκδ. KAΣTANIΩTH)

0 σχόλια
Πώς μπορείς να πέσεις έξω στις εκτιμήσεις σου για ένα βιβλίο, διαβάζοντας τις κριτικές; Οι διθύραμβοι που είχα διαβάσει με είχαν πείσει ότι αυτό που είχα στα χέρια μου ήταν το καλύτερο μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου και ένα από τα σημαντικότερα της λογοτεχνικής παραγωγής της χρονιάς. Αν δεν είχα την τύχη να διασταυρώσω τις απόψεις μου με τις γνώμες άλλων που εμπιστεύομαι, ίσως να μην τολμούσα να γράψω αυτά τα λόγια. Αλλά πάλι γιατί να μην έχουμε κι εμείς οι απλοί άνθρωποι το δικαίωμα να γράψουμε τη γνώμη μας; Γιατί να είναι μόνο κάποιο σινάφι που αποφασίζει για την ποιότητα των βιβλίων; Στο κάτω-κάτω, όλοι κρινόμαστε κρίνοντας.

Ήταν και το θέμα του βιβλίου ιδιαίτερα ελκυστικό. Ο Στέφανος, 35 χρονών, ζει και εργάζεται στο Βερολίνο. Δεν είναι όμως ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Στα τέσσερα απήχθη από ένα ζευγάρι Γερμανών και έζησε μαζί τους μέχρι τα έντεκά του χρόνια, οπότε και ανακαλύφθηκε από την πραγματική του οικογένεια. Αυτό, προφανώς, τον έχει κάνει να αισθάνεται παντού ξένος και να αντιμετωπίζει δυσκολίες στην επαφή του με τους άλλους. Έχει σχέση με μια μάλλον κυριαρχική γυναίκα, τη Σεσίλια, και μοιάζει να αφήνει τις αποφάσεις πάνω της. Μετά από έναν μικροκαβγά μαζί της, αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα για να τακτοποιήσει κάποιες περιουσιακές εκκρεμότητες. Μέσα από το ταξίδι του στην Αθήνα και στον τόπο των παιδικών του διακοπών, μαθαίνουμε σιγά-σιγά τι συνέβη εκείνο το καλοκαίρι της απαγωγής.

Το μυθιστόρημα αποτελείται από εφτά κεφάλαια, στα οποία εναλλάσσονται πέντε αφηγητές (με τον Στέφανο σε τρία από αυτά). Αυτό θα αποτελούσε πλεονέκτημα αν πράγματι οι διαφορετικές οπτικές γωνίες φώτιζαν διαφορετικές πτυχές της ιστορίας. Δεν διαπίστωσα κάτι τέτοιο. Ειδικά η πρώτη αφηγήτρια, η Φοίβη, μια νεαρή κοπέλα που επισκέπτεται τον Στέφανο μαζί με τον ανιψιό του στο Βερολίνο, δεν βρίσκω να προσφέρει κάτι πέρα από την διαπίστωση ότι ο ήρωας είναι αρκετά επιθυμητός ώστε να συγκινεί ένα κοριτσόπουλο. Αποκαλυπτικό!

Κατά τα άλλα, το Πώς να κρυφτείς εξαντλείται σε περιγραφές που κινούνται από το "Έφαγα δυο μπισκότα κι ένα γεμιστό ντόνατ" μέχρι τις καρτποσταλικές εικόνες του Μαρόκου (γιατί έπρεπε να πάει εκεί ο ήρωας για να βρει τον απαγωγέα-"πατέρα";). Μπορεί η "αποδόμηση" (αγαπημένος όρος των κριτικών που ασχολήθηκαν με το συγκεκριμένο βιβλίο) να δημιουργεί εναλλαγές στην πλοκή αλλά δεν νομίζω να απαντά στα ερωτήματα που το ίδιο το μυθιστόρημα θέτει (αν μη τι άλλο στο οπισθόφυλλό του). Τι σημαίνει να βρίσκεσαι ανάμεσα σε δυο πατρίδες, σε δυο γλώσσες, σε δυο οικογένειες; Η ιδέα του Ντούρχγκανγκ, του διαδρόμου στον οποίο ζει ο Στέφανος, είναι πολύ ενδιαφέρουσα αλλά μένει εκεί. Παρά τις πολυπρόσωπες αφηγήσεις, ελάχιστα μαθαίνουμε για τα συναισθήματά του, για τις προσαρμογές του, για την Κιμ (την παιδική του φίλη) που το μυθιστόρημα εξαφανίζει, για τη δουλειά του (δάσκαλος ελληνικών σε γερμανικό σχολείο), για την τραγικότητα της ύπαρξής του. Δηλαδή, το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ένας γοητευτικός (κατά τη Φοίβη) αλλά ενδοστρεφής άντρας που ερωτεύεται μεγαλύτερές του γυναίκες (αναζητώντας τη μητέρα;); Φυσικά, ακόμη κι αυτός έχει δικαίωμα στην ευτυχία που τη βρίσκει στην αγκαλιά της εγκύου Σεσίλια. Δεν ξέρω πώς σας φαίνεται εσάς αλλά εμένα μου λείπουν πάρα πολλές εξηγήσεις. Δεν μου αρκεί η απλή αναφορά του "αισθήματος αποκοπής και αποξένωσης" (σελ. 362). Και θέλω το μυθιστόρημα να είναι συγκεντρωμένο σ' αυτό που προσπαθεί να κάνει, αντί να χάνεται από πόλη σε πόλη κι από τον ναζισμό στον Βιτγκενστάιν (αναφέρομαι στο παραλήρημα του Σουλτς).

Ίσως αν περίμενα κάτι λιγότερο από την Αμάντα Μιχαλοπούλου να μην ένιωθα τόση απογοήτευση. Ίσως τελικά να είναι "μια χαρά για θερινό ανάγνωσμα" - όπως είπε μία φίλη. Όμως όσοι αναζητούμε κάτι περισσότερο στη λογοτεχνία δεν αρκούμαστε σε αναγνώσματα κατάλληλα για βιβλιοπαρουσιάσεις lifestyle περιοδικών. Και η έλλειψη τού "κάτι παραπάνω" δεν κρύβεται με τίποτα.

Συνέχεια →

Ετικέτες