Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Συνέντευξη του Ζάουμε Καμπρέ για το Confiteor

0 σχόλια
https://www.guernicamag.com/wp-content/uploads/2015/01/JUAME-CABRE-by-Anita-Sethi_550.jpg
Η συνέντευξη του Ζάουμε Καμπρέ δόθηκε στο αγγλόφωνο περιοδικό Guernica και δημοσιεύτηκε στις 15 Ιανουαρίου 2015.

Ε: Η γλώσσα και η ταυτότητα είναι δυο πολύ δυνατά θέματα στο Confiteor*. Από μικρός ο Αντριά έχει «έφεση στις γλώσσες» και θεωρείται ότι μπορεί να μάθει δέκα. Και γράφετε: «Δεν κατοικούμε μια χώρα. κατοικούμε μια γλώσσα.» Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;
Α: Τα Καταλανικά αντιμετώπισαν διώξεις και απαγορεύσεις, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο αλλά και πριν από αυτή, από την άφιξη των Βουρβόνων στην Ισπανία. Για κάποια σαν εσάς που είστε Βρετανίδα πολίτης αυτό μπορεί να φαίνεται παράξενο. Πώς μπορείς να απαγορεύσεις μια γλώσσα; Προκύπτει ότι μπορείς. Στη δικτατορία ήταν παράνομο να μιλάς Καταλανικά. Είναι μια εμπειρία που όλοι οι Καταλανοί είχαμε στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Κάποιοι πολύ πιο έντονα από άλλους, αλλά είναι κάτι που όλοι μοιραστήκαμε.
Όταν διαβάζεις αυτό που λέει ο Τζορτζ Στάινερ για τη γλώσσα – ότι η γλώσσα καταλαμβάνει ένα σύμπαν – βλέπεις πόσο φοβερή παγκόσμια καταστροφή είναι ο θάνατος μιας γλώσσας. Κάθε χρόνο, σ’ αυτόν τον κόσμο, αρκετές γλώσσας πραγματικά πεθαίνουν. Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες γλώσσες που έχουν εξασφαλισμένη την επιβίωσή τους για πολλά χρόνια, όπως τα Αγγλικά, αλλά υπάρχουν άλλες των οποίων η επιβίωση δεν είναι και τόσο βέβαιη, όπως τα Καταλανικά, ιδιαίτερα αν δεν έχουν ένα κράτος να τις προστατεύει. Τα Καταλανικά μιλιούνται στην Καταλονία, στη Βαλένθια, στις Βαλεαρίδες Νήσους και στην Ανδόρα. Περίπου δέκα εκατομμύρια τα καταλαβαίνουν και οκτώμιση εκατομμύρια τα μιλάνε. Αλλά το μέλλον τους είναι λιγότερο βέβαιο από, λόγου χάρη, τα Δανέζικα, τα Σλοβάκικα ή τα Λετονικά, επειδή αυτά έχουν κράτος.

Ε: Το μυθιστόρημα διερευνά τη σύγκρουση του ατόμου με την κοινωνία και το προσωπικό συνυφαίνεται δεξιοτεχνικά με το πολιτικό και το φιλοσοφικό.
Α: Με ενδιαφέρει η Ιστορία των ιδεών. Δημιουργώ ένα παράδοξο μέσα στο μυθιστόρημα: από τη μια μεριά βλέπεις τη δύναμη της Ευρωπαϊκής κουλτούρας και την ίδια στιγμή την Ευρωπαϊκή βαναυσότητα. Για μένα είναι ένα παράδοξο στο οποίο δεν μπορεί να δοθεί λύση. Αυτό με κρατούσε να συνεχίζω να γράφω το μυθιστόρημα.
Προσπαθώ να πετύχω να φτιάχνω τους χαρακτήρες μου να μοιάζουν αληθινοί άνθρωποι ώστε ο αναγνώστης να τους βιώνει σαν τέτοιους – είναι κάτι που το παλεύω σ’ όλη μου τη ζωή. Δεν θα μπορούσα να είχα γράψει αυτό το μυθιστόρημα στα 20 ή στα 30 μου για τεχνικούς λόγους – δεν κατείχα την τεχνική τότε – αλλά πάνω απ’ όλα γιατί δεν είχα τις εμπειρίες ζωής που έχω τώρα στα 67 μου.
Πάντα διαβάζω, και μαθαίνεις πολλά διαβάζοντας. Όταν ήμουν 25, διάβαζα πολύ αλλά δεν είχα πολύ διάβασμα πίσω μου.

Ε: Ποιοι συγγραφείς σάς επηρέασαν;
Α: Διαβάζω πολλή ποίηση. Κάθε είδος ποίησης, αλλά κυρίως Καταλανική, γιατί πιστεύω πως η ποίηση είναι η ουσία της γλώσσας. Η κλασική ποίηση, είτε μεσαιωνική είτε σύγχρονη, μου δίνει τη στιλιστική ενέργεια που με ενδιαφέρει.
Διαβάζω κάθε είδος λογοτεχνίας, μυθιστορήματα σε μετάφραση ή όχι. Σέξπιρ, Τολστόι, Τόμας Μαν, Προυστ, Τζέιμς Τζόις – αυτοί είναι οι βασικοί συγγραφείς για μένα. Διαβάζω επίσης Καταλανούς πεζογράφους, αλλά είμαι παμφάγος όσον αφορά το διάβασμα Ρωσικής και Γερμανικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Μου αρέσει να επηρεάζομαι, είμαι ανοιχτός σε επιδράσεις.

Ε: Θέλατε ανέκαθεν να γίνετε συγγραφέας;
Α: Το σπίτι των γονιών μου είχε πολλά βιβλία. Ήμασταν πέντε αδέρφια και όλοι διαβάζαμε. Έτσι όταν έφυγα από το σπίτι, είχα ήδη διαβάσει πολλά βιβλία και ήθελα να διαβάσω περισσότερα. Τότε άρχισε η επιθυμία μου να γράψω. Αλλά δεν ήταν κάποια θεία επιφοίτηση με Χερουβείμ και Σεραφείμ από ψηλά. Όχι για μένα, τουλάχιστον.
Αφού ήμασταν πέντε αδέρφια κι εγώ ήμουν ο τέταρτος, καθώς μεγάλωναν και έφευγαν έπαιρνα ή καταλάμβανα τα δωμάτιά τους. Θυμάμαι πως, στο τελευταίο δωμάτιο που κατέλαβα, έγραψα ότι πραγματικά απολάμβανα το διάβασμα κι ότι τώρα ήθελα να δω αν μπορούσα να δημιουργήσω έναν χαρακτήρα και να τον κάνω να κινείται. Θυμάμαι πως η ιστορία ήταν πολύ μικρή – για ένα αγόρι στην ηλικία μου που πήγε με το ποδήλατό του στην κρήνη, ήπιε και γύρισε. Συναρπαστική πλοκή! Τη διάβασα και είπα: «Κοίτα, τον έκανα να κινείται.» Αλλά μετά σκέφτηκα: «Ποιος είναι, από πού έρχεται, πού πηγαίνει;»
Κάτι άλλο που άρχισα να κάνω εκείνη την εποχή περίπου, όταν ερωτεύτηκα το μυθιστόρημα – θύμωνα όταν ένα βιβλίο τέλειωνε κι έτσι έγραφα τη συνέχεια του μυθιστορήματος που διάβαζα. Κι αυτό είχε ένα πλεονέκτημα. Το μυθιστόρημα είχε ένα ύφος που μιμούμουν. Για αρκετές μέρες συνέχιζα την ιστορία και την άλλαζα – για παράδειγμα, ξαναζωντάνευα χαρακτήρες.

Ε: Περιγράφετε ότι θέλατε να κάνετε έναν χαρακτήρα να «κινείται». Οι χαρακτήρες σας κινούνται γεωγραφικά, αλλά "κινούν" και τα συναισθήματα των αναγνωστών.
Α: Σε ένα παλαιότερο μυθιστόρημά μου, στη Señoría, ένας σημαντικός χαρακτήρας πεθαίνει στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος. Διαδραματίζεται στη Βαρκελώνη στα τέλη του 18ου αιώνα και ο ήρωας πεθαίνει υπό σκοτεινές συνθήκες. Σκεφτόμουν ότι ίσως κάποιος θα ερχόταν να τον σώσει αλλά κανείς δεν ήρθε. Επηρεάστηκα τόσο από τον θάνατό του που για δέκα μέρες μού ήταν αδύνατο να γράψω. Αλλά συνήρθα και συνέχισα το γράψιμο. Διάφοροι αναγνώστες μού είπαν πως είχαν παρόμοια συναισθήματα με τα δικά μου όταν έγραφα. Και είμαι πεπεισμένος πως αν δεν είχα επηρεαστεί τόσο, ούτε ο αναγνώστης θα επηρεαζόταν. Έτσι λοιπόν παίρνω όλους τους χαρακτήρες μου στα σοβαρά – τους κεντρικούς, τους δευτερεύοντες, τους κομπάρσους. Ακόμη κι αν εμφανίζονται μόνο μια φορά, πρέπει να έχουν τη δική τους ζωή. Κάποιοι απουσιάζουν λογοτεχνικά αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ, πολύ παρόντες.

Ε: Γιατί βάλατε το θέμα της μουσικής στο Confiteor;
Α: Το βιολί μπήκε από μόνο του στην ιστορία. Δεν είχα προβλέψει ότι το βιολί θα ήταν ένας από τους βασικούς άξονες του μυθιστορήματος, αλλά από τη στιγμή που έφτιαξα τον πατέρα ως έναν χαρακτήρα που τον ενδιαφέρουν οι αντίκες, είχα την ιδέα πως ένα συγκεκριμένο αντικείμενο θα συνόδευε τον Αντριά σε όλη του τη ζωή. Αυτό έγινε το βιολί, το οποίο είναι ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του πατέρα του και του τραγικού του τέλους.
Το βιολί έχει επίσης και μια συμβολική διάσταση. Έτσι άρχισα να το βλέπω κάπως διαφορετικά. Ο Αντριά ανήκει στη ζωή του βιολιού, γιατί η ζωή του βιολιού έχει πολύ, πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από τη ζωή του Αντριά ή του πατέρα του. Αυτό λοιπόν με τράβηξε στο παρελθόν και ακολούθησα την ιστορία του βιολιού.
Μια και μου πήρε οκτώ χρόνια να γράψω το μυθιστόρημα, είχα χρόνο να το σκεφτώ. Με ενδιέφεραν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου τού από πού ήταν το ξύλο από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το βιολί. Αυτό με πήγε σε όλη την οικογένεια, στα αδέρφια που ζούσαν από την ξυλεία του δάσους. Αυτό ήταν ένα ολόκληρο διαφορετικό σύμπαν. Κι ύστερα χρειάστηκε να το ενσωματώσω στο υπόλοιπο μυθιστόρημα χωρίς να φαίνονται οι ραφές. Σκεφτόμουν: «Βρήκα το δέντρο, ας πάω στον σπόρο.» Ανακαλύπτω πράγματα μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής.
Θυμάμαι που περπατούσα κοντά σε ένα μοναστήρι με τη γυναίκα μου και τον αδερφό μου, ο οποίος είναι βιολόγος. Του εξηγούσα πως είχα γράψει για το ξύλο εκείνης της περιοχής και μου είπε ότι οι σπόροι μπορεί να βρίσκονται εν υπνώσει για πολλά, πολλά χρόνια, ακόμη και για αιώνες. Έμεινα άναυδος. Στη διαδικασία της συγγραφής υπάρχουν πάντα τέτοιες στιγμές αποκάλυψης.

Ε: Το μυθιστόρημα είναι πλούσιο σε λεπτομέρειες. Μπορείτε να περιγράψετε τις ερευνητικές διαδικασίες που ακολουθήσατε;
Α: Στην πορεία, για ορισμένα πράγματα συνειδητοποιείς: «Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό.» Σκέφτεσαι: «Θα φαίνεται γελοίο αυτό;» Οπότε ενόχλησα πάνω από εκατό διαφορετικούς ανθρώπους στη διαδρομή αυτού του βιβλίου. Κι όταν το τελείωσα, το έδωσα σε έξι-εφτά αναγνώστες που εμπιστεύομαι, που είναι πάντα οι ίδιοι, αλλά το έδωσα και σε έναν αδερφό μου που είναι γιατρός και του ζήτησα να το διαβάσει. Με βοήθησε πολύ. Είναι καλό να έχεις μια ομάδα αναγνωστών που εμπιστεύεσαι. Καθώς τα παιδιά μου έχουν μεγαλώσει, μπήκαν κι αυτά στην ομάδα. Όταν βρουν κάτι, θα μου το πουν – ή θα σιωπήσουν για πάντα.
Η έρευνα είναι απαραίτητη. Όμως, πρέπει να προσέχεις να μην πέσεις στην παγίδα της. Πρέπει να σου μένει χρόνος και για το γράψιμο. Για να αποφύγω την παγίδα, απλώς ρίχνομαι στην άβυσσο ενώ ταυτόχρονα γνωρίζω πως αν έχω στα χέρια μου μια πληροφορία για την οποία δεν ξέρω αρκετά, πρέπει να βρω κάποιον να μιλήσω γι’ αυτή.

Ε: Το ζήτημα της αδυναμίας γνώσης εμφανίζεται στο Confiteor. Ο αφηγητής λέει ότι «υπάρχουν τμήματα της ψυχής που δεν πιστεύω ότι γνωρίζεις πραγματικά γιατί σε κάθε περίπτωση είναι αδύνατο να γνωρίζεις κάποιον απόλυτα.»
Α: Ο αναγνώστης διαθέτει πληροφορίες για τους χαρακτήρες που οι ίδιοι οι χαρακτήρες δεν διαθέτουν. Όλοι έχουμε τις κρυφές μας πλευρές. Ακόμη κι εγώ συνειδητοποιώ πράγματα για τους χαρακτήρες μου μόνο μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής, όπως προχωράω.
Νομίζω πως αυτό ισχύει και στην πραγματική ζωή – ποτέ δεν γνωρίζουμε κάποιον απόλυτα. Τα μυστικά είναι σημαντικά για να δημιουργηθεί ένα αληθοφανές αφηγηματικό έργο. Οι χαρακτήρες έρχονται στον μυθιστορηματικό κόσμο με τα μυστικά τους, όπως συμβαίνει με όλους μας. Όσο ειλικρινείς και να προσπαθούμε να είμαστε στις σχέσεις μας, ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάποιον απόλυτα. Από αφηγηματική σκοπιά, είναι πολύ σημαντικό και ευχάριστο – θέλεις να υπάρχουν αυτά τα μυστικά. Το μυστικό είναι ουσιώδες μέρος της δημιουργίας του μυθιστορήματος.

Ε: Το βιβλίο καταπιάνεται επίσης με τη μνήμη, και με το ζήτημα της ανάκλησης των αναμνήσεων. Σας συνάρπαζε πάντα αυτό;
Α: Με ενδιαφέρει το πώς η μνήμη και η εξουσία υπεισέρχονται μαζί στο κακό. Είναι εμμονές μου που υπάρχουν σε διάφορα σημεία του βιβλίου, σαν το θέμα της μουσικής. Ξέρω πως εδώ κι εκεί κάποια εμμονή μου θα εμφανιστεί. Δεν ξέρετε πόσα γλιτώνω σε έξοδα για ψυχίατρους με αυτό το γράψιμο!
Το αντίθετο της μνήμης – η ιδέα της λήθης – ήταν η αφετηρία για ένα μυθιστόρημα που τιτλοφορείται L’ombra del eunuch [Η σκιά του ευνούχου]. Τα παιδιά μου γνώρισαν τον πατέρα μου, αλλά όχι τη μητέρα μου, και δεν γνώρισαν κανέναν από τους παππούδες μου. Γνώρισαν μία από τις γιαγιάδες της γυναίκας μου, αλλά όχι τον πατέρα της. Τα παιδιά των παιδιών μου δεν γνώρισαν κανέναν από εκείνη τη γενιά – έτσι είναι η ζωή, συμβαίνει σε όλες τις οικογένειες. Αλλά σκέφτεσαι: «Πώς μπορώ να τους διασώσω από τη λήθη;»

Ε: Ένας από τους χαρακτήρες σας λέει: «Ξέρω πως βγάζω απ’ το μυαλό μου διάφορα. Αλλά και πάλι λέω την αλήθεια.»
Α: Χαίρομαι που το προσέξατε αυτό, καθώς η ουσία του μυθιστοριογράφου είναι να επινοεί ιστορίες και ταυτόχρονα να λέει την αλήθεια. Και ο Αντριά το καταλαβαίνει αυτό πολύ καλά. Ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνει να εκφράζει κάποια πράγματα είναι επινοώντας πολλά απ’ αυτά, αλλά μέσα από αυτά τα «ψέματα» θα δεις την αλήθεια. Για μένα αυτή είναι μία από τις ουσιώδεις πλευρές της αφήγησης. Με ενοχλεί όταν ακούω κάποιον μυθιστοριογράφο να λέει πως η δουλειά μας είναι να γράφουμε ψέματα. Οι μυθιστοριογράφοι μιλάνε την αλήθεια.

Ε: Το έργο σας έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Πιστεύετε πως η ανταπόκριση του κοινού διαφέρει ανάλογα με το από ποιο μέρος του κόσμου είναι ο αναγνώστης;

Α: Μεθαύριο πηγαίνω στην Πολωνία και σύντομα στη Βουδαπέστη. Παντού βρίσκεις αναγνώστες που ενδιαφέρονται, παρόλο που η ιστορία διαδραματίζεται εδώ, σ’ αυτή ακριβώς τη γειτονιά. Δεν έχει σημασία ο τόπος όπου διαδραματίζεται αν υπάρχει η πρόθεση να την κάνεις παγκόσμια. Αυτό προσπαθώ να πετύχω.

* Ο μεταφραστής του μυθιστορήματος δηλώνει πως ο συγγραφέας ζήτησε να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος της ελληνικής έκδοσης το λατινικό ρήμα confiteor, που σημαίνει ομολογώ, εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου. Όμως ο πρωτότυπος τίτλος είναι στα καταλανικά Jo confesso, στα ισπανικά Yo confiesco και στα αγγλικά μεταφράστηκε ως Confessions. Το μυθιστόρημα θα συζητηθεί στην επόμενη συνάντηση της λέσχης μας, στις 23 Οκτωβρίου 2016.

Ο Ζάουμε Καμπρέ (Jaume Cabre) γεννήθηκε το 1947 στη Βαρκελώνη. Σπούδασε καταλανική φιλολογία. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Λέριδα. Είναι επίσης μέλος του Ινστιτούτου Καταλανικών Σπουδών. Εδώ και χρόνια συνδυάζει επαγγελματικά την εκπαίδευση και τη συγγραφή. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, τηλεοπτικά και κινηματογραφικά σενάρια. Στα ελληνικά, εκτός από το Confiteor [εκδόσεις Πόλις], κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος το μυθιστόρημα Οι φωνές του Ποταμού Παμάνο.

[Μετάφραση της συνέντευξης από τα αγγλικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →
Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Συνέντευξη Χαβιέρ Θέρκας με αφορμή το μυθιστόρημα "Οι νόμοι των συνόρων"

0 σχόλια
Συνέντευξη του Χαβιέρ Θέρκας στο el diario www.eldiario.es  στις 3/4/2013 στον Sergio Collado – Girona.

Πέρα από τη συγκεκριμένη ιστορία, τι προσθέτουν «Οι νόμοι των συνόρων» στη βιβλιογραφία σας;
Όλα τα βιβλία που γράφω μου φαίνονται ότι είναι διαφορετικά και όλα με κάποιον τρόπο μοιάζουν γιατί τα έχω γράψει εγώ. Τα βιβλία δεν απαντούν στα ερωτήματα που τίθενται αν δεν δομηθούν με τον πιο σύνθετο πιθανό τρόπο. Και καθώς το ερώτημα που τίθεται είναι διαφορετικό σε κάθε βιβλίο, ο τρόπος που δομούνται είναι διαφορετικός. Είναι πολύ συνηθισμένο εμείς οι συγγραφείς να κάνουμε κόλπα: αν ένα βιβλίο σού άρεσε, το επόμενο είναι λίγο-πολύ το προηγούμενο μεταμφιεσμένο… εγώ προσπαθώ πάντα να το αποφεύγω αυτό.
Μοιάζει παραδοξότητα ή μια πάλη του συγγραφέα με τον εαυτό του…
Αυτό το βιβλίο δεν θα πρέπει να μοιάζει σε τίποτα με τα προηγούμενά μου και ταυτόχρονα να μοιάζει πολύ γιατί οι εμμονές μου, ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα, είναι αυτό που είναι. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινείται ο συγγραφέας που προσπαθεί, όπως εγώ, να συλλάβει την αλήθεια, δημιουργώντας παραλλαγές πάνω σε μια σειρά θεμάτων.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως το μυθιστόρημα αυτό είναι ένας συνδυασμός λογοτεχνικών ειδών;
Το μυθιστόρημα κατά βάση είναι μια εκτεταμένη και σύνθετη ιστορία έρωτα ανάμεσα σε τρία άτομα, γεμάτη αμφισημίες και σκοτεινά σημεία.
Πιθανόν να έχει στοιχεία νουάρ… Γράφω αντι-αστυνομικά παρά αστυνομικά μυθιστορήματα: ποτέ δεν μαθαίνεις στο τέλος ποιος σκότωσε ποιον. Αυτό είναι το κέντρο του βιβλίου. Ένα φίλος μου ποιητής, ο Κάρλος Μαρθάλ, λέει πως γράφω υπαρξιακά θρίλερ, θρίλερ στα οποία το να ανακαλύψεις ποιος έκανε τι θέτει ηθικά και πολιτικά ζητήματα, δεν είναι σαν απλώς να λύνεις ένα σταυρόλεξο.
Έγραψες από μνήμης το πρώτο μέρος του βιβλίου που διαδραματίζεται το καλοκαίρι του ’78;
Όχι, πάντα κάνω έρευνα πριν γράψω. Είναι, όπως λέει ο Βάργκας Γιόσα, σαν να «ψεύδεσαι με την αλήθεια», κάτι για το οποίο χρειάζεται έρευνα. Βέβαια, άντλησα επίσης από τη μνήμη μου, αλλά υπάρχουν λεπτομέρειες που χρειάστηκα να τις ψάξω σε αρχεία ή να τις συζητήσω με πρόσωπα που τις γνώριζαν.
Όμως από την άλλη δεν σου αρέσει η ετικέτα του «ιστορικού μυθιστορήματος»…
Απεχθάνομαι την ετικέτα του «ιστορικού μυθιστορήματος». Μου φαίνεται οξύμωρο, μια αντίφαση: ή είναι μυθιστόρημα ή είναι Ιστορία, αλλά και τα δυο μαζί όχι… Δεν γράφω ιστορικά μυθιστορήματα, γράφω μυθιστορήματα με ιστορική αίσθηση, όπου η Ιστορία παίζει έναν ρόλο. Ανακάλυψα ότι το παρελθόν είναι μια διάσταση του παρόντος, πως το παρόν από μόνο του δεν βγάζει νόημα. Το παρελθόν βρίσκεται εδώ, μέσα στο παρόν.
Ένα από τα μοντέλα των εφήβων της εποχής εκείνης ήταν οι νεαροί κίνκι. Θα μπορούσε επίσης να είναι ένα κείμενο που αναφέρεται σε μια γενιά;
Αυτά τα παιδιά, οι νεαροί με παραβατική συμπεριφορά, δεν είναι ένα φαινόμενο αποκλειστικά  ισπανικό ή καταλανικό της εποχής εκείνης, είναι μια παραλλαγή, μια ενσάρκωση ενός παγκόσμιου μύθου, όπως εμφανίζεται εκείνη τη στιγμή: ο μύθος του έφηβου ληστή, του έφηβου παραβάτη – ο μύθος του Μπίλι δε Κιντ, για παράδειγμα. Αυτά τα παιδιά που μυθοποιήθηκαν – που μετατράπηκαν σε έναν θρύλο για το σινεμά, τη λογοτεχνία, τα μέσα επικοινωνίας, τη μουσική – δεν ήταν ξένα προς τη δική μου εμπειρία, ήταν μέρος του φυσικού μου χώρου και οι άνθρωποι της γενιάς μου συμβίωναν μαζί τους.
Δεν μου ήταν δύσκολο να μπω στο πετσί τους.
Ο έφηβος είναι μια πολύ δυνατή λογοτεχνική φιγούρα.
Είναι η πρώτη φορά που γράφω σχετικά με εφήβους. Ίσως επειδή έχω έναν γιο στην εφηβεία… Ένα πρόσωπο του μυθιστορήματος λέει πως «να αγαπάς τα παιδιά είναι εύκολο, το δύσκολο είναι να μπεις στο πετσί τους». Ίσως αυτό το βιβλίο είναι μια προσπάθεια να μπω στο πετσί του γιου μου, να ξαναγίνω ο έφηβος που κάποτε ήμουν.
Δυο ηλικίες, δυο κρίσεις. Της εφηβείας και των σαράντα.
Το πρώτο μέρος είναι ένα είδος μυθιστορήματος μαθητείας, το γερμανικό bildungsroman. Μία αφήγηση όπου ένας μυθιστορηματικός ήρωας ανακαλύπτει την ουσία της ζωής – τη βία, το σεξ, τον έρωτα – και γίνεται άνδρας. Στο δεύτερο μέρος ανακαλύπτουμε πως η ωριμότητα είναι μια παγίδα, μια ψευδαίσθηση, και ότι κατά βάθος πάντα κουβαλάμε μέσα μας μια απόλυτη ανωριμότητα, έναν έφηβο. Στον πρωταγωνιστή συμβαίνει αυτό που συμβαίνει σε πολύ κόσμο στα 40 του, σκέφτεται πως αυτή δεν είναι η ζωή που θα ήθελε, πως πήρε λάθος δρόμο και πιστεύει πως ανακτώντας το παρελθόν θα βρει τη ζωή που έψαχνε. Κι αυτό είναι ψευδαίσθηση. Η ψευδαίσθηση πως όλοι πρέπει να αλλάξουμε ζωή.
Ήρθες στη Χερόνα από το Ιμπαχερνάνδο[Κάθερες, Εστρεμαδούρα] όταν ήσουν 4 χρονών. Μοιράζεσαι λοιπόν την εμπειρία του εσωτερικού μετανάστη με τα πρόσωπα του μυθιστορήματος;
Όταν είσαι μετανάστης, είσαι για πάντα.  Δεν είναι το αν ενσωματώθηκα στην πόλη ή στη χώρα, είμαι εντελώς Χερονιανός, αλλά ο τρόπος που είμαι Χερονιανός είναι του ανθρώπου που μετανάστευσε σε άλλο μέρος. Θα είμαι πάντα ένας τσαρνέγο [εσωτερικός μετανάστης], δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξω σελίδα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν καμιά σχέση με τον τόπο καταγωγής τους, αλλά εγώ δεν ανήκω σ’ αυτούς. Κατάγομαι από μια οικογένεια με βαθιές ρίζες στην Εστρεμαδούρα, έχω σπίτι εκεί και συγγενείς.  Οι ήρωες του βιβλίου είναι «εκτοπισμένοι», ναι, αλλά αυτοί οι «εκτοπισμένοι» έφτιαξαν αυτή την πόλη κι αυτή τη χώρα. Είμαι ένας ξεριζωμένος και σίγουρα γι’ αυτό έχω γίνει συγγραφέας.
Μήπως η φόρμουλα και το κίνητρο για να γράψεις είναι αυτό το «τι θα είχε συμβεί αν»;
Έτσι αρχίζουν πάντα τα μυθιστορήματα. Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, όπως θα έλεγε ο Μίλαν Κούντερα, είναι ένα υποθετικό εγώ, μια πιθανότητα στην οποία εγώ ο ίδιος δεν υλοποιήθηκα. Ο Θερβάντες ξύπνησε μια μέρα και είπε «κι αν αντί να ήμουν εγώ, ένας άνθρωπος που έκανε φυλακή και πολέμησε στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, είχα περάσει όλη μου τη ζωή στο χωριουδάκι της Λα Μάντσα διαβάζοντας βιβλία για την ιπποσύνη;». Κι έτσι αρχίζει το μυθιστόρημα. Αυτό δεν πάει να πει πως ο Δον Κιχότης είναι ο Θερβάντες: Ο Θερβάντες είναι ο Δον Κιχότης, ο Σάντσο Πάντσα και όλα τα πρόσωπα του βιβλίου. Το ίδιο κι εγώ είμαι όλα τα πρόσωπα του «Οι νόμοι των συνόρων».
Στο βιβλίο περιγράφεις δύο Χερόνες, την παλιά και τη σημερινή, τη μετασχηματισμένη.
Υπάρχει μια Χερόνα σκοτεινή, γκρίζα, μια πόλη τριτοκοσμική, υπαλληλική και βρώμικη, η πόλη της δεκαετίας του ’60 που παρουσιάζεται στην αρχή του βιβλίου, αλλά στο 1978. Η Χερόνα του σήμερα είναι πολύ διαφορετική και ένα πρόσωπο στο βιβλίο μιλάει για «μια πόλη γελοιωδώς αυτάρεσκη», εγώ δεν συμφωνώ απαραίτητα. Μπορώ να νιώσω νοσταλγία για εκείνη την παλιά πόλη γιατί η σημερινή είναι ασύγκριτα καλύτερη.
Μιλώντας για έφηβους ήρωες στους «Νόμους των συνόρων»… μπορούμε να σκεφτούμε και ένα νέο αναγνωστικό κοινό;
Δεν με προβληματίζει αν θα προσελκύσω αναγνωστικό κοινό, αλλά πώς θα γράψω ένα όσο το δυνατό καλύτερο βιβλίο. Το κοινό; Δεν ξέρω ποιος είναι το κοινό; Υπάρχουν αναγνώστες και ο κάθε αναγνώστης είναι διαφορετικός. Ποτέ δεν σκέφτηκα να γράψω για έφηβους, για ενήλικες, για γυναίκες. Πού στο διάολο ξέρεις τι τους αρέσει;! Μου φαίνεται πως είναι ο δρόμος για την απόλυτη καταστροφή. Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό. Γράφω το βιβλίο που αρέσει σε μένα με την ελπίδα ότι θα αρέσει στους άλλους, όμως δεν προβληματίζομαι γι’ αυτό. Προφανώς ένας συγγραφέας γράφει για τον εαυτό του, Γράφεις για τον αναγνώστη που εσύ είσαι.
                   
Μπορείτε εδώ να διαβάσετε τη συνέντευξη στα Ισπανικά: 


[Μετάφραση από τα Ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →

Συνέντευξη του Χαβιέρ Θέρκας με αφορμή τους "Στρατιώτες της Σαλαμίνας"

0 σχόλια
Ηλεκτρονική συνέντευξη του Χαβιέ Θέρκας (11 Σεπτεμβρίου 2001) στην Ισπανική εφημερίδα El Mundo (elmundo.es)

Έχετε συνειδητοποιήσει ότι βρήκατε μία καινούργια μορφή μυθιστορηματικής αφήγησης;
Καλημέρα, συνάδελφε. Δεν πιστεύω ότι είναι μια νέα μορφή μυθιστορηματικής αφήγησης . εν πάση περιπτώσει, ίσως πρόκειται για ανανέωση παλαιών μορφών. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτα που να είναι απόλυτα καινούργιο, μεταξύ άλλων και επειδή, όπως λέει ο Ντ’ Ορς, ό,τι δεν είναι παράδοση είναι λογοκλοπία. Επιπλέον, αυτό που πράγματι προσπάθησα είναι να πω κάτι ξεχωριστό, στηριζόμενος στην παράδοση. Η Κάθοδος των Μυρίων του Ξενοφώντα -για παράδειγμα- δεν θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί μια τέτοια αφήγηση;

Έχει κάποια σχέση με το λογοτεχνικό σας έργο το γεγονός ότι γεννηθήκατε στην Εστρεμαδούρα;
Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι, αν και δεν έζησα πολύ καιρό εκεί πέρα, η Εστρεμαδούρα παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου.

Πιστεύετε ότι υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στον πολεμιστή (θεωρώ ότι αυτό είναι ο Μιράγιες) και στον στρατιώτη;
Δεν ξέρω . δεν το έχω σκεφτεί. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι ο Μιράγιες είναι και στρατιώτης και πολεμιστής (αν και δεν θα ήθελα να είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο) .  από την άλλη, ένας στρατιώτης (και υπήρξα τέτοιος, icarajo) δεν είναι πάντα και πολεμιστής.

Δεν σας ενοχλεί η θετική κριτική υποδοχή αυτού του βιβλίου στην προετοιμασία του επόμενου; Την περιμένατε;
Με κανένα τρόπο δεν περίμενα την επιτυχία του βιβλίου, όπως μπορείτε να φανταστείτε. Όσον αφορά την κριτική επιτυχία, σίγουρα μου φαίνεται φανταστική (και, μεταξύ μας, με ενοχλεί και λίγο), όμως δεν πιστεύω ότι η κριτική θα είναι πιο απαιτητική μαζί μου απ’ όσο είμαι εγώ με τον εαυτό μου, έτσι λοιπόν δεν έγινε τίποτα. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ και να συνεχίσω να δουλεύω. Επίσης πρέπει να πω ότι δεν μου έχει γίνει κατά κανένα τρόπο έμμονη ιδέα το να εκδίδω: προσπαθώ να γράφω καλά βιβλία, κι αυτό είναι το μόνο που με απασχολεί.

Πώς αισθανθήκατε όταν διαβάσατε το άρθρο του Βάργκας Γιόσα που επαινούσε το μυθιστόρημα σας;
Τι να σου πω! Με ευχαρίστησε και με άγχωσε εξίσου (ή μάλλον περισσότερο με άγχωσε). Όμως σε τελική ανάλυση δεν γίνεται να ζητήσει κανείς τίποτα περισσότερο. Εγώ δεν ζητάω τίποτα περισσότερο.

«Στρατιώτες της Σαλαμίνας»: είναι η αλήθεια της Ιστορίας ή η ιστορία της Αλήθειας;  
Το μυθιστόρημά μου δεν αποβλέπει στην αλήθεια των γεγονότων, παρά μόνο σε μια λογοτεχνική αλήθεια, είναι ηθικός λόγος, είναι παγκόσμιος λόγος, που είναι η αλήθεια στην οποία πάντα αποβλέπει η λογοτεχνία. Παρ’ όλα αυτά, όσο μου ήταν δυνατό προσπάθησα να μείνω πιστός στα γεγονότα, και τα άλλαζα όταν μένοντας πιστός σ’ αυτά κατέληγα να προδίδω την αλήθεια που επιδίωκα. Τελικά, το θέμα παραείναι περίπλοκο για να ισχυριστώ ότι το εξάντλησα, αλλά κάπου εδώ έγκειται το όλο ζήτημα. 


Από ποιες λογοτεχνικές πηγές έχεις αντλήσει περισσότερο;
Συνηθισμένη ερώτηση, συνάδελφε! Τελοσπάντων, αυτό θα σου πω: αν θα έπρεπε να αναφέρω δυο συγγραφείς του 20ου αιώνα, θα ανέφερα τον Κάφκα και τον Μπόρχες. Αυτόν τον καιρό διαβάζω Κόρμακ ΜακΚάρθι, που μου αρέσει πάρα πολύ. Πιστεύω πως έχω μάθει πολλά από άλλους συγγραφείς, για παράδειγμα από τον Μπιόι Κασάρες. Δεν ξέρω αν απαντώ στην ερώτηση .  φοβάμαι πως όχι.

Ποιους συγγραφείς αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς;
Σε παραπέμπω στην προηγούμενη απάντηση.

Διάβασα το βιβλίο σας Ο Ένοικος. Από πότε αγαπάτε το γράψιμο; Τι σχέδια έχετε για τη ζωή σου;
Άρχισα να ασχολούμαι στα σοβαρά με το γράψιμο στα είκοσί μου. Τα σχέδιά μου δεν έχουν αλλάξει καθόλου εδώ και καιρό (ή μάλλον αλλάζουν καθημερινά) . επαναλαμβάνω αυτό που είπα πριν: προσπαθώ να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ και να συνεχίσω να δουλεύω.

Ποια η γνώμη σας για τα λογοτεχνικά βραβεία;
Εξαρτάται από το βραβείο. Γενικά, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι ποτέ δεν έχω πάει σε κανένα . δεν το λέω με υπεροψία . το λέω γιατί είναι αλήθεια. Και δεν έχω τίποτα ενάντια σε όσους πηγαίνουν, ούτε ενάντια σε όσους τα διοργανώνουν.

Τι σκέφτεται για την ποίηση ένας μυθιστοριογράφος όπως εσείς;
Μου αρέσει. Διαβάζω ποίηση. Μου φαίνεται ότι είναι ένα λογοτεχνικό είδος εξαιρετικά δύσκολο, επειδή είναι πολύ εύκολο να γραφτεί (δηλαδή, να φτιάξει κανείς στίχους), όμως το να γραφτεί καλή ποίηση είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο.

Γιατί συνεχίζει – κατά τη γνώμη σας – να είναι τόσο επίκαιρο το θέμα του Εμφυλίου Πολέμου στη λογοτεχνία;
Για μένα, σ’ αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα, δεν ήτανε ένα απλό θέμα, αλλά μια έμμονη ιδέα. Πάντα με ενδιέφερε. Από την άλλη, έχε υπόψη σου ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος ήταν η μεγάλη ισπανική περιπέτεια του 20ου αιώνα, μια περιπέτεια στην οποία υπάρχουν τα πάντα, από την πλέον υψηλόφρονα πράξη ως τη χειρότερη αθλιότητα. Ίσως γι’ αυτό συνεχίζει να μας στοιχειώνει. Κι επίσης γιατί είναι μια σημαντική καμπή στον αιώνα που πέρασε, το γεγονός που κατά μία έννοια τον καθόρισε.

Πώς βρεθήκατε να διδάσκετε στο Πανεπιστήμιο της Χερόνα;
Βγάζω το ψωμί μου. Έζησα τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια στη Χερόνα, γιατί οι γονείς μου είχαν μεταναστεύσει εκεί. Τώρα (εδώ και δυο χρόνια) ζω κι εγώ εκεί. Για να πω την αλήθεια, μου αρέσει να διδάσκω στο πανεπιστήμιο.

Για πότε υπολογίζετε το καινούργιο σας βιβλίο; Μπορείτε να μας δώσετε μια ιδέα για τη θεματική του;
Δεν ξέρω πότε θα βγει το καινούργιο μου βιβλίο, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν βιάζομαι. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να είναι καλό, κι όχι αν θα βγει γρήγορα.
 Πριν να βγει αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα δούλευα διάφορα πράγματα. Τώρα θα δούμε τι θα βγει, αν βγει κάτι. Κι αν δεν βγει τίποτα που να με ικανοποιεί, πετιέται στον κάλαθο των αχρήστων και ας πάει στο καλό. Ο Βαλερί λέει πως ένας αληθινός συγγραφέας αναγνωρίζεται πρώτα απ’ όλα από αυτά που πετάει στον κάλαθο των αχρήστων μάλλον παρά από αυτά που δημοσιεύει.

Ως δημοσιογράφος ασχολείστε με τα πολιτιστικά. Ποιος ή ποιοι ισπανοί συγγραφείς σάς φαίνονται υποεκτιμημένοι και ποιοι υπερεκτιμημένοι;
Υπάρχουν λιγότερο γνωστοί συγγραφείς που μου αρέσουν πολύ: μπορώ να αναφέρω τον AG Porta, που μόλις δημοσίευσε ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα το οποίο συνιστώ ανεπιφύλακτα: El peso de aire (Το βάρος του αέρα). Μου αρέσουν κι άλλοι ισπανοί συγγραφείς, αλλά αν άρχιζα να δίνω ονόματα θα ήταν πολύ μακρύς ο κατάλογος, κι επιπλέον σίγουρα κάποιον θα ξεχνούσα. Όσον αφορά τους υπερεκτιμημένους, δεν μου φαίνεται ότι είναι σωστό να τους υποδείξω εγώ, αν υπάρχουν τέτοιοι: έχετε υπόψη ότι ως δημοσιογράφος δεν είμαι ειδικός στα πολιτιστικά, παρ’ όλο που γράφω (ή έγραφα) στις πολιτιστικές σελίδες. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Θεωρείτε ότι είναι πιθανό να γυριστεί ταινία κάποιο μυθιστόρημά σας; Από τον Garci ίσως;
Όπως έχει ήδη γραφτεί στις εφημερίδες, μπορώ να πω ότι, αν δεν συμβεί τίποτα άλλο (και δεν νομίζω να συμβεί), ο Νταβίντ Τρουέμπα θα γυρίσει ταινία τους Στρατιώτες της Σαλαμίνας.

Συστήστε μου ένα βιβλίο, εκτός από το δικό σας βέβαια.
Το Ματοβαμμένος Μεσημβρινός, του Κόρμακ ΜακΚάρθι.

Είναι αναγκαία η κατάλληλη προώθηση για την επιτυχία ενός μυθιστορήματος; Περισσότερο από την ίδια του την ποιότητα;
Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχία ενός μυθιστορήματος μετριέται από την ποιότητά του όπως και, αν θέλετε, από τα συναισθήματα που είναι ικανό να προκαλέσει στους αναγνώστες. Έχω την ελπίδα πως ένα καλό μυθιστόρημα είναι από μόνο του ικανό να ανοίξει τον δρόμο του προς το αναγνωστικό κοινό. Κι αυτό για έναν μόνο λόγο: επειδή, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουν ορισμένοι ανόητοι, ο αναγνώστης δεν είναι ηλίθιος.

Τι πρέπει να κάνει κανείς για να εκδώσει ένα βιβλίο;
Να γράψει ένα βιβλίο (ει δυνατόν καλό) και να το στείλει σε έναν εκδότη.

Ο Μιράγιες τελικά είναι ο ηττημένος και ο Σάντσεθ Μάθας ο νικητής. Αυτό οφείλεται στο ότι η Αριστερά είναι καταδικασμένη να χάνει ακόμη κι όταν κερδίζει;
Εξαιρετικά πολύπλοκη ερώτηση, μα την αλήθεια. Περίεργο αλλά ίσως ο Μιράγιες είναι ο αυθεντικός νικητής και ο Σάντσεθ Μάθας ο ηττημένος. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία», λέει ένας στίχος του Μπόρχες. «Ότι αυτοί θα αντικρίσουν τον Κύριο». Ίσως αυτός που αντικρίζει τον Θεό – μεταφορικά, βέβαια – κερδίζει τελικά στ’ αλήθεια. Δεν ξέρω. Όσον αφορά την Αριστερά, εντάξει, ας το αφήσουμε για κάποια άλλη στιγμή.

Ξέρετε αν ο Σάντσεθ Φερλόσιο έχει διαβάσει το βιβλίο; Τι γνώμη έχει η οικογένεια του Σάντσεθ Μάθας;
Δεν ξέρω αν το έχει διαβάσει. Υποψιάζομαι πως όχι. Ούτε γνωρίζω τι γνώμη έχει για το βιβλίο η οικογένεια του Σάντσεθ Μάθας. Δεν έχω μιλήσει μαζί τους.


Πόσο σας πήρε να γράψετε το μυθιστόρημα;
Είναι δύσκολο να πω: αυτό που λέμε γράψιμο, όχι πάρα πολύ: 14 με 15 μήνες. Αλλά η τεκμηρίωση, το ψάξιμο, κλπ πήραν πολύ περισσότερο. Και πέρασα πολλά χρόνια σκεφτόμενος διάφορα από τα πράγματα που εμφανίζονται στο βιβλίο.

Έχετε μιλήσει με τον Βάργκας Γιόσα για το μυθιστόρημά σας;
Είχα μια σύντομη τηλεφωνική συνομιλία μαζί του. Κι απόψε θα του μιλήσω με περισσότερη ηρεμία.

Ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις. Στο επανιδείν.

[Μετάφραση από τα Ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]


Συνέχεια →
Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Ήλιος με δόντια - Γιάννης Μακριδάκης

0 σχόλια
Ήλιος με δόντια - Γιάννης Μακριδάκης
Αν φτιάξουμε μια συνταγή στην οποία:
1)Παίρνουμε σαν βάση ένα άγνωστο στους πολλούς πολεμικό συμβάν στη Χίο, που συνέβη τον Φεβρουάριο το 1944. Στο λιμάνι της Χίου έχει αγκυροβολήσει ένα σουηδικό πλοίο υπό την αιγίδα του Ερυθρού Σταυρού, με σκοπό να φέρει τρόφιμα στο νησί. Οι Βρετανοί, θεωρώντας ότι μεταφέρει καύσιμα για τους Γερμανούς κατακτητές, επιτίθενται και βομβαρδίζουν το πλοίο. Εκείνη τη μέρα 16 άνθρωποι σκοτώνονται ενώ πολλοί τραυματίζονται. Αυτές οι απώλειες ήταν για το νησί οι μεγαλύτερες από τις έως τότε καταστροφές που είχαν φέρει στο νησί οι ίδιοι οι Γερμανοί κατακτητές!, 
2)Ανακαλύπτουμε και περιγράφουμε την ιστορία του λιμανιού της Χίου, τη ζωή γύρω από αυτό, την ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, με την φτωχολογιά αποκλεισμένη μέσα στο Κάστρο και τους υπόλοιπους έξω απ' αυτό, στο περίφημο Τρίγωνο και γύρω απ' το λιμάνι, όπως ήταν τότε κατά την περίοδο του μεσοπολέμου και τέλος 
3)Αναφερόμαστε και στην παρουσία του Αγγλικού παράγοντα αλλά και του αντιστασιακού κινήματος ενάντια στον κατακτητή,

τότε με τα παραπάνω, ένας συγγραφέας, το πολύ-πολύ που μπορεί να γράψει, είναι ένα αξιόλογο ιστορικό αφήγημα ή ιστορικό μυθιστόρημα. Όμως στον Γ.Μ. αυτά τα συστατικά δεν αρκούν, έτσι προσθέτει τα παρακάτω 4) και 5).

4)Τώρα προσθέτουμε στη συνταγή το απαραίτητο και αναζωογονητικό καρύκευμα, δηλαδή το κοινωνικοπολιτικό πρόταγμα, ή το μήνυμα που θέλει να υπηρετήσει το βιβλίο, τον βασικό λόγο για τον οποίο αξίζει  κανείς να κάνει τον κόπο να γράψει ένα βιβλίο -αν και πολλοί συγγραφείς το αρνούνται αυτό-, εφευρίσκοντας έναν ήρωα περιθωριακό, θηλυπρεπή, κατατρεγμένο, που ξεχωρίζει απ' τη μάζα σαν την μύγα μέσα στο γάλα, που βολοδέρνει μια ζωή προπιλακιζόμενος και απορριπτόμενος από τον κοινωνικό του περίγυρο - μια καθαρή περίπτωση Bulling όπως αυτή που βιώσαμε πρόσφατα στην τραγική περίπτωση του Βαγγέλη Γιακουμάκη απ' την Κρήτη. Έτσι το καθαρό μήνυμα εδώ του Γ.Μ. είναι να καυτηριάσει αυτή την συμπεριφορά του περίγυρου και της κοινωνίας γενικότερα, απέναντι σ' αυτά τα υπερευαίσθητα, ξεχωριστά και περιθωριακά άτομα.

5)Τέλος δεν έχουμε παρά τελευταία να προσθέσουμε το απαραίτητο λαδάκι στην συνταγή μας, στην περίπτωσή μας, μια εκπληκτική μυθοπλασία και μια μαεστρική οργάνωση της ύλης, ένα μαστερ-πλαν όπως θα λέγαμε ελληνιστί. Στο βιβλίο αυτό, είναι τόσο πειστική η μυθοπλασία και η οργάνωση της ύλης, που ενώ το διαβάζεις όλο, διαβάζεις και την τελευταία σελίδα του συγγραφέα, στην οποία ο ίδιος επεξηγεί ποια απ' όλα αυτά που διαβάσαμε ήταν υπαρκτά πρόσωπα και ιστορικά γεγονότα, έχεις άρνηση να αποδεχθείς ότι π.χ. ο Κωσταντής δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά!

Την παραπάνω συνταγή μόνο ένας ταλαντούχος και προικισμένος μάστορας του Λόγου της Ζωής και της Γραφής σαν τον Γιάννη Μακριδάκη, μπορούσε να επιλέξει και με επιτυχία να πραγματοποιήσει. Έτσι λοιπόν ο Γ.Μ., για άλλη μια φορά κεντώντας  διπλοβελονάκι γράφει το υπέροχο "Ήλιος με δόντια"!

Τελείωσα το βιβλίο μόλις 2 μέρες πριν ανακαλύψουν το πτώμα του αδικοχαμένου παιδιού του Βαγγέλη Γιακουμάκη από την Κρήτη. Δεν περίμενα τόσο σύντομα και τραγικά  να επαναληφθούν παρόμοιες καταστάσεις σαν αυτές που αναφέρονταν στο βιβλίο, κοντολογίς δεν περίμενα τόσο γρήγορα να επιβεβαιωθούν οι φόβοι του συγγραφέα. Έτσι κατάλαβα πιο βαθιά μέσα μου τον πόνο και τα βάσανα που βίωσε ο δυστυχής Βαγγέλης, ίδια κι όμοια μ' αυτά που βίωνε τόσα χρόνια κι ο ήρωας Κωσταντής του βιβλίου. Αυτό συνετέλεσε στο να καταλάβω το μεγαλείο του συγγραφέα, -που άλλωστε αυτός είναι μεταξύ των άλλων κι ο ρόλος του-, να προβλέπει, να αναλύει και να καυτηριάζει το κακό.

Έτσι την αποφράδα εκείνη Κυριακή, στις 15/3/2015, ένοιωσα την ανάγκη να γράψω την παρακάτω ανάρτηση:

Δεν πέρασαν παρά μόνο 7 λεπτά και είχα την τιμή, να μου απαντήσει προσωπικά ο ίδιος ο συγγραφέας:


Ήταν σωστό που -κατά τύχη- διάβασα πρώτα το βιβλίο αυτό και μετά τη "Η μητέρα του σκύλου" του Π. Μάτεσι, -βιβλίο αληθινά κλασσικό για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία-, που αναφέρεται επίσης στο ίδιο θέμα το bulling και έτσι μπόρεσα λογοτεχνικά να πάω, απ' τον θετικό στον υπερθετικό βαθμό αξιολόγησης των δυο βιβλίων. Είμαι σχεδόν απόλυτα σίγουρος πως το βιβλίο "Η μητέρα του σκύλου" του Π. Μάτεσι, απετέλεσε τον μπούσουλα ή την αφορμή για την συγγραφή αυτού του βιβλίου.

Δεν θέλω να μαρτυρήσω πολλά πράγματα ακόμη από την υπόθεση του βιβλίου. Θέλω να πω μόνο, πως για μένα και αυτό όπως και τα άλλα 3 βιβλία του που διάβασα, δηλαδή "Τη δεξιά τσέπη του ράσου", "Η άλωση της Κωσταντίας", και "το ζουμί του πετεινού", αποτελούν πολύτιμα μαργαριτάρια στο βιβλιοιστορικό μου ρεπερτόριο.

Και σ' αυτό του το βιβλίο, η φαντασία και η ευρηματικότητα του Γ.Μ στην μυθοπλασία. όπως προανέφερα, είναι κάτι που σε καθηλώνει. Κι όλο αυτό είναι συνδυασμένο με ιδιαίτερο σεβασμό και με απόλυτη συσχέτιση με την ιστορική πραγματικότητα. Έτσι ο αναγνώστης πληροφορείται τη φυσιογνωμία μιας ολόκληρης βιωμένης ιστορικής μνήμης, όπως την καταστροφή της Σμύρνης, τη δικτατορία του Μεταξά, την ζωή στην κατοχή, ακόμη και τη τοπική λαϊκή αντίσταση στη Χίο αλλά και τη σχέση των Άγγλων μ' όλα αυτά. Όταν τα βάλεις όλ' αυτά όπως ο Γ.Μ. μαστορικά μαζί, τότε παράγεις σαν αποτελέσματα έναν τέλειο μύθο και μια σφιχτή πλοκή όπως συμβαίνει κατά κόρον στο βιβλίο αυτό. Και όλο αυτό το σκηνικό συνδυάζεται με την ζωή του βασικού ήρωα Κωνσταντή, που βέβαια δεν έχασε τη ζωή του, αλλά παραφρόνησε όταν είδε ανάμεσα στους νεκρούς του βομβαρδισμού τον θετό του ουσιαστικά πατέρα τον Μαστρο-Μιμήκο, -που άτυπα τον υιοθέτησε- και τον μόνο άνθρωπο που αγαπούσε, τον Απόστολο. Για όλα αυτά τα γεγονότα, αφήνει τον Κωσταντή ο συγγραφέας σε πρώτο πρόσωπο να ανασυνθέσει στη μνήμη του, μιλώντας κάθε Σάββατο ξανά και ξανά μπροστά στον καθρέφτη, με ένα λόγο αστείρευτο, χειμαρρώδη, προσπαθώντας να ξαναθυμηθεί τι ακριβώς συνέβη.

Αυτό όμως που μοιάζει να τον ενδιαφέρει δεν είναι  μόνο  η ιστορία  και η καταγραφή ενός σχεδόν άγνωστου στους πολλούς πολεμικού συμβάντος στο λιμάνι της Χίου αλλά η παρουσίαση του παράδοξου ήρωα του. Τον ενδιαφέρει περισσότερο να σκηνοθετήσει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και της κοινωνίας και τη σχέση του ομοφυλόφιλου ήρωα μαζί τους που φτάνει τελικά να γίνει αποδεκτός τόσο από μια αντιστασιακή ομάδα όσο και από την ίδια την εκκλησία, γεγονός που από μόνο του προκαλεί με την αντίφασή του. Τι είναι τελικά ο Κωνσταντής; Είναι ένας άνθρωπος που καταφέρνει από αποδιοπομπαίος τράγος  της μικρής κοινωνίας να γίνει ακόμη και ιερέας παρά τη γνωστή του ιδιαιτερότητα ή ένα πρόσωπο ψυχικά διαταραγμένο που βιώνει μια σκληρότητα από την κοινωνία γύρω του, έναν παρανοϊκό εγκλεισμό στους  ηθικούς κώδικες της εποχής του και στην προσωπική του διαταραχή;  Και το ίδιο το βιβλίο είναι τελικά η συνειρμική αφήγηση μιας προσωπικής ιστορίας που χάνεται στη δίνη της ιστορικής πραγματικότητας ή η καταγραφή των παράπλευρων απωλειών που οι κοινωνικοί κώδικες της ηθικής μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου έφεραν και πόσο διαχρονικές μπορεί να είναι αυτές;[από την Τέσυ Μπάιλα]


Για τον Γιάννη Μακριδάκη

Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, είναι σήμερα μόνο 40 χρονών, και έχει γράψει ήδη 11 επιτυχημένα βιβλία. Όμως ο Γ.Μ. δεν είναι μόνο ένας επιτυχημένος συγγραφέας, είναι συγχρόνως βιοκαλλιεργητής, ακτιβιστής, στοχαστής, πολιτικός σχολιαστής, έχει φτιάξει το απλεπιστήμιο, είναι ένας πανεπιστήμων με την αρχαιοελληνική αριστοτελική έννοια του όρου, με το δικό του όραμα, την δικιά του ουτοπία. Προσωπικά, εκτιμώ απεριόριστα τον Γ.Μ. και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το λογοτεχνικό του έργο. Δυστυχώς τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν πολλοί στην Ελλάδα, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι συμφωνώ σε όλα μαζί του -ιδίως σε κάποιους από τους πολιτικούς σχολιασμούς του.

Η εκτίμησή μου μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, όταν πληροφορήθηκα προχθές ότι αρνήθηκε να συμμετάσχει σε εκδήλωση του Ιανού. Ιδού το κείμενο που παραθέτει ο ίδιος:
«Μου τηλεφώνησε ο υπεύθυνος του Ιανού και μου είπε ότι θέλουν να μου κάνουν αφιέρωμα. Έχουν κάνει, είπε, αφιερώματα σε πολλούς γνωστούς σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, μου τους απαρίθμησε κιόλας έναν προς ένα και μία προς μία και κατόπιν με ρώτησε αν θέλω να πάω κι εγώ, και πότε.
Τον ευχαρίστησα τον άνθρωπο που με σκέφτηκε αλλά του απάντησα ότι έχω ιδεολογικό πρόβλημα με τον Ιανό, δεν συμφωνώ με τις πρακτικές, τις οποίες μαθαίνω από διάφορες καταγγελίες του σωματείου εργαζομένων στον χώρο του βιβλίου, ότι εφαρμόζει ο ιδιοκτήτης του στους εργαζόμενους, συνεπώς δεν μπορώ να δίνω άλλοθι σε αυτές με την παρουσία μου εκεί, άρα ότι δεν θέλω να μου κάνουν αφιέρωμα.
Με ευχαρίστησε κι αυτός και μου είπε ότι αυτήν ακριβώς την απάντηση περίμενε από μένα…
Καλό αυτό.
Το καταγράφω το περιστατικό επειδή όλα αυτά πρέπει να καταγράφονται. Προς γνώση των πάντων. Διότι αυτό που θίγεται όλα αυτά τα χρόνια είναι η αξιοπρέπειά μας και έχουμε χρέος να την υπερασπιζόμαστε με κάθε τρόπο αλλά και να στηρίζουμε έμπρακτα όσους την υπερασπίζονται και όσους δέχονται επιθέσεις επ’ αυτής».
Τελευταία πληροφορήθηκα ότι το ίδιο έκανε και ο δικός μας Κοροβίνης, μπράβο λοιπόν και σ' αυτόν!

Προσωπικά τον γνώρισα πέρυσι όταν ήρθε να μιλήσει για το κίνημα του Νερού  στον Βόλο και του έσφιξα το χέρι. Του υποσχέθηκα ότι αν μπορέσω οικονομικά, θα προσπαθήσω φέτος το καλοκαίρι να τον επισκεφτώ στην Χίου, στο μούρκι του. Ελπίζω να τα καταφέρω και να έχει το χρόνο να με δεχτεί έστω για λίγο.

Αποστόλης Μωραϊτόπουλος (AMOR)


-------------------------
Αναδημοσίευση από apopseis-eponyma.blogspot.com
Συνέχεια →
Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Ο παλαιός των ημερών, Παύλος Μάτεσις, Καστανιώτης 1994

0 σχόλια
Ο παλαιός των ημερών, Παύλος Μάτεσις, Καστανιώτης 1994
[Ένας πολύ σημαντικός Έλληνας συγγραφέας, ο Παύλος Μάτεσις, έφυγε από τη ζωή τον Ιανουάριο του 2013. Σαν μνημόσυνο, αναδημοσιεύω μία κριτική για το βιβλίο του Ο Παλαιός των Ημερών*, από το περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 85, 1996]

Ο Παλαιός των Ημερών του Παύλου Μάτεσι είναι μία περιδιάβαση στην Ελλάδα που έφυγε, στην Ελλάδα με τις μνήμες του Βυζαντίου και των χρόνων της τουρκοκρατίας, στη λαϊκή Ελλάδα μιας εποχής σχετικά πρόσφατης, που μας φαίνεται όμως πάρα πολύ μακρινή. Ωστόσο, δεν μπόρεσα να δω το βιβλίο παρά σαν μαρτυρία και αλληγορία για τη σημερινή Ελλάδα του τέλους της δεύτερης χιλιετίας, την Ελλάδα που επιστρέφει στον μυστικισμό και τον ανορθολογισμό και επιζητεί κάθε στιγμή το θαύμα. «Αχόρταγοι για θαυματουργήματα», κατά την ειρωνική διατύπωση του συγγραφέα (σελ. 131).

Στον «Παλαιό των Ημερών» παρατηρούμε από τη μία πλευρά την ανάγκη του μέσου ανθρώπου για θαύματα, μαζί με την αφέλεια και την ευκολοπιστία του, και από την άλλη τον εσωτερικό λαβύρινθο και το αδιέξοδο στο οποίο περιέρχονται εκείνοι που οι συνθήκες και κάποια ιδιαιτερότητα τούς κατέστησαν «χαρισματικούς» και ημίθεους στη συνείδηση του λαού. Οι άνθρωποι αυτοί, αρχικά με τη θέλησή τους και στη συνέχεια σαν άβουλα πρόσωπα ενός δράματος, απομονώνονται στον μύθο που με τόσο κόπο και θυσίες είχαν προσπαθήσει να δημιουργήσουν. Όταν και αν διαισθανθούν την απάτη, με την οποία είχαν ξεγελάσει τους άλλους μα και τον ίδιο τους τον εαυτό, είναι πλέον αργά. Η «ύβρις» έχει συντελεστεί.

Αν προσπαθήσει κανείς να ανακαλύψει τις πηγές και τα «πηγάδια» απ’ όπου αντλεί το υλικό και τη θεματολογία του ο συγγραφέας, θα βρεθεί μπροστά σε ένα μωσαϊκό, που αποτελείται από τα πιο ετερόκλητα συστατικά στοιχεία. Υπάρχουν αναφορές στον Όμηρο, στον αρχαίο μύθο του Διονύσου Ζαγρέως, στις Βάκχες του Ευριπίδη, στα συναξάρια, στις λεγόμενες «λαϊκές φυλλάδες», στα επίσημα και στα απόκρυφα ευαγγέλια, στις βιογραφίες του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, στο Άρωμα του Patrick Suskind και σε πλήθος άλλων κειμένων, που μόνο ο συγγραφέας θα μπορούσε ίσως να απαριθμήσει. Όσον αφορά στη λογοτεχνική παράδοση, το μυθιστόρημα θυμίζει τον «μαγικό ρεαλισμό» κάποιων πεζογράφων της Λατινικής Αμερικής.

Η οικονομία του έργου, με την πολλαπλή και διαρκή προσβολή κατά της θείας και της φυσικής δικαιοσύνης και με την κάθαρση που ακολουθεί, είναι εκείνη της αρχαίας τραγωδίας. Το κύριο εύρημα του συγγραφέα, η απάτη που συντελείται σε βάρος του Ελισσαίου από το πρόσωπο που εμπιστεύεται περισσότερο, αφορά στη δύναμη της υποβολής και στη μεταμόρφωση ενός αδύναμου, αδικημένου ανθρώπου που θέλει να εκδικηθεί.

Μια άλλη, ιδιαίτερα ευρηματική, σύλληψη του συγγραφέα είναι το σύνολο της ιστορίας του μετανάστη από την Αμερική, που επιστρέφει στο χωριό. Όλη η διήγηση μού φάνηκε αλληγορική. Αυτό που έδωσαν οι Έλληνες στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, το πήραν πίσω σε κάποιες περιπτώσεις παραλλαγμένο, σάπιο και αρρωστημένο. Οι νεότεροι Έλληνες, που περίμεναν πολλά από τον αμερικάνικο πολιτισμό, επένδυσαν στον δυτικό τρόπο ζωής ό,τι πιο πολύτιμο είχαν και για χάρη του αρνήθηκαν μία συνεχή παράδοση χιλιετιών. Μα ο πολιτισμός αυτός, ή μάλλον το υποκατάστατό του που εισήχθη στη χώρα μας, «μόλυνε» όχι μόνο τις κοινωνικές και ερωτικές σχέσεις και τις οικονομικές διαδικασίες, αλλά -το κυριότερο- και την τρυφερή ψυχή των παιδιών. Οι γλυκές καραμέλες που ο «Αμερικάνος» μοίραζε στα παιδιά, έκρυβαν μέσα τους ένα ισχυρό δηλητήριο, που μετέδιδε τη θανατηφόρα αρρώστια, φορέας της οποίας ήταν ο ίδιος. Εξαιτίας της αναμονής του μεγάλου κέρδους όλοι γελάστηκαν και ως τον θάνατό του ήλπιζαν σε ονειρικό οικονομικό αντίκρισμα των θυσιών τους. Έπρεπε να πεθάνει, για να διαπιστώσουν ότι ήταν πιο φτωχός από εκείνους, ότι δεν είχε να τους προσφέρει τίποτα, ότι τους είχε εξαπατήσει. Αναμένοντας τον σύντομο θάνατό του, που όμως καθυστερούσε τραγικά, του χάρισαν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, από χρήματα και υλικά αγαθά μέχρι τις ανήλικες -δώδεκα και δεκατριών χρόνων- κόρες τους. Ανταγωνίζονταν μάλιστα με τίνος την κόρη θα κοιμηθεί ο «ξένος», ενώ παρίσταναν όλοι τους ανήξερους στις κοινές συναναστροφές. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, φορέας και προσωποποίηση της αρχέγονης παράδοσης, που είχε μείνει ανεπηρέαστη από όλα τα παραμύθια και τις κοροϊδίες του «Αμερικάνου», παίρνει την απόφαση να τον σκοτώσει.

Ο Παύλος Μάτεσις δουλεύει την ελληνική γλώσσα με πρωτότυπο και επιτυχημένο τρόπο: την αποδεσμεύει συνειδητά από τους απόλυτους κανόνες των εγχειριδίων γραμματικής και συντακτικού και την επαναφέρει σε ένα επίπεδο που αγγίζει τη ζωντάνια του προφορικού λόγου. Δεν παραβλέπει την ιστορία αυτής της γλώσσας και χρησιμοποιεί με κάθε ευκαιρία, με φυσικό τρόπο, παλαιότερους τύπους και λέξεις που έχουν σχεδόν ξεχαστεί. Παρά το πλήθος των αναφορών σε κείμενα και συγγραφείς, δημιουργεί έναν κόσμο μαγικό και εντελώς ανεξάρτητο από τις πηγές, οι οποίες αποτέλεσαν την πρώτη ύλη του μυθιστορήματος.

Παραθέτω δύο τυχαία αποσπάσματα από το βιβλίο, που επιβεβαιώνουν το πόσο εμπνευσμένα και ποιητικά χρησιμοποιεί τις λέξεις ο Μάτεσις: «Ο ίδιος που εποίησε τον κόσμο, ο ίδιος ωσαύτως εποίησε και τον θάνατο. Τη ζωή δεν μπορείτε να την αποφύγετε, είναι μεταδοτική, σαν θανατηφόρο μόλεμα. Πηγαίνετε στα σπίτια σας οι ζωντανοί. Τον άλλο Μάρτη να γυρίσετε» (σελ. 143). «Κάτι ωραίο φτάνει, είπε το άλλο πρωί ο Ζάγρος ξυπνώντας. Τι είναι αυτό το ωραίο που μοσκοβολάει έτσι, η άνοιξη ξανάρχεται, παραμέρισε το καλοκαίρι και γυρίζει ξανά, η άνοιξη είναι που μοσκοβολάει; Ή εγώ;» (σελ. 173).



~~~§§§~~~

...
«Αχόρταγοι για θαυματουργήματα», χαρακτηρίζονται από τον Μάτεσι οι άνθρωποι κι εδώ ακόμα περισσότεροι οι Έλληνες, όχι μόνοι εκείνοι οι ήρωες μιας παλιάς Ελλάδας, αλλά και οι σύγχρονοι που εγκλωβισμένοι στην αναμονή της εκ δύσης θαυματουργικής προόδου τους δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι αυτά που έδωσε ο δικός τους πολιτισμός στη δύση επιστρέφουν τώρα αρρωστημένα κι απατηλά, όπως ο Ελληνοαμερικανικός μετανάστης που επιστρέφει στο χωριό. Ωστόσο η όλη πνοή του βιβλίου αυτού συνοψίζεται στα λόγια του ίδιου του συγγραφέα: «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει και ποτέ δεν ανασταίνεται».

Ο Παλαιός των Ημερών στην Παλαιά Διαθήκη είναι μια άλλη ονομασία του Θεού ή κατά την Καινή Διαθήκη αναφέρεται στη θεία φύση του Χριστού. Εντέχνως και σκοπίμως ο Μάτεσις χρησιμοποιεί αυτόν τον τίτλο και με τον Παλαιό των Ημερών σατιρίζει τη θρησκοληψία και τον τρόπο με τον οποίο αυτή μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους σε ενέργειες καθόλα παράλογες και οπωσδήποτε απομακρυσμένες από κάθε ρεαλισμό.

Ο Μάτεσις ωστόσο δεν περιορίζεται μόνο στη θρησκεία, σε βιογραφίες αγίων και συναξάρια για να καταδείξει, αλληγορικώς τελικά, σύγχρονα και άκρως επίκαιρα ζητήματα αλλά η θεματολογία του αντλεί υλικό από αρχαίους μύθους, από τον Όμηρο, από τον Ευριπίδη και πλήθος άλλων κειμένων που «ο προσεκτικός και καλλιεργημένος αναγνώστης», στον οποίο απευθύνεται ο Μάτεσις, θα αναγνωρίσει και θα αντιληφθεί την ευρηματικότητα της διακειμενικότητας, της συμβολικής σύνδεσης και της αλληγορικής διάστασης προσώπων και καταστάσεων. Θα εντοπίσει οτι οι συνήθεις προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες και βασκανίες μπορούν απλώς να μεταμφιέζονται και να είναι παρούσες υπό άλλη μορφή –αν όχι την ίδια- σε όλες τις εποχές.

Οι τόσες πολλές γκροτέσκες αναφορές και η αριστοτεχνική κομψότητα της γλώσσας και του ύφους του Μάτεσι συμβάλλουν στη δημιουργία ενός μωσαϊκού που είναι δύσκολο να εξακριβωθούν όλες οι ερμηνείες και οι  συμβολισμοί που ο συγγραφέας χρησιμοποίει προκειμένου να καταστήσει σαφές το νόημά του. Με σαρκαστική διάθεση και καυστικό χιούμορ ο Μάτεσις έχει δηλώσει ότι «οι δρόμοι στα βιβλία είναι κακοτράχαλοι- ιδιαίτερα στον Παλαιό των Ημερών». Τα υπερφυσικά γεγονότα, η παραδοξολογία και ο μυστικισμός που διαπνέουν το βιβλίο αποδεικνύουν του λόγου του το αληθές.

Μεγάλο απόσπασμα της Μαρίας Φιλίππου


~~~§§§~~~

[...]
Η ταξινόμηση των υπερφυσικών στοιχείων στο έργο του Μάτεσι δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Ο συμφυρμός καταστάσεων διατρέχει μεθοδικά το σύνολο του ματεσικού έργου. Χρονικές βαθμίδες συμφύρονται μεταξύ τους. Στο μυθιστόρημα Σκοτεινός Οδηγός η ηρωίδα Μυρτάλη, γεφυρώνοντας το παρόν με το παρελθόν, έχει τη δυνατότητα να αντικρίζει ιστορικές πόλεις της Μεσογείου, επίσης τον Δαίδαλο και τον Ίκαρο που πετούν στον ουρανό, μπορεί ακόμη να κατεβαίνει στον Άδη ή να συναντιέται στο σύγχρονο παρόν με τις αρχαίες Ερινύες. Πολύ εντυπωσιακότερος είναι ίσως ο συμφυρμός των χρονικών βαθμίδων γύρω από το πρόσωπο του Μύρτου, ήρωα που απαντάται τόσο στο ομότιτλο μυθιστόρημα όσο και στον Αλδεβαράν. Ο Μύρτος στο ομότιτλο μυθιστόρημα είναι ένα οκτάχρονο παιδί που κοιμάται συνεχώς από τη γέννησή του. Χρονικά τοποθετείται στα 1940. Ο Μύρτος στον Αλδεβαράν είναι ένας εικοσιπεντάχρονος νέος. Χρονικά τοποθετείται στη νέα χιλιετία, είναι δηλαδή ήρωας σύγχρονος. Το «προκλητικό» με τους δύο ήρωες, που επιβεβαιώνει ακριβώς και το συμφυρμό των χρονικών βαθμίδων, είναι πως έχουν τα ίδια στοιχεία ταυτότητας: κοινή νησιώτικη καταγωγή, κοινούς συγγενείς – δύο δίδυμους θείους που ξεπερνούν τα ενενήντα τους χρόνια, κοινά περιουσιακά στοιχεία, κοινή ευωδιά στην ανάσα και στο κορμί τους και, φυσικά, κοινό όνομα, και μάλιστα όνομα σπάνιο, όχι συνηθισμένο. Παρ’ όλα αυτά απέχουν μεταξύ τους περίπου μισόν αιώνα!


Μια δεύτερη κατηγορία συμφυρμού είναι αυτή των διαφορετικών τόπων. Ήδη από τον Σκοτεινό Οδηγό προκύπτει πως ένας μεταφυσικός τόπος, ο Άδης, γίνεται τόπος προορισμού για ένα φυσικό πρόσωπο, τη Μυρτάλη. Στην Ύλη Δάσους σπίτια αποκτούν την έκταση μιας ολόκληρης επαρχίας, συναιρώντας στη φυσική τους ύπαρξη μια περιορισμένη έκταση, εκείνη δηλαδή των ίδιων των σπιτιών, με ένα αχανές τοπίο, αυτό δηλαδή μιας ολόκληρης επαρχίας! Αντίστοιχα στο Πάντα Καλά η ηρωίδα Αρσενία βλέπει έναν άντρα που της απευθύνεται από απόσταση τριάντα χιλιομέτρων (!), σ’ ένα ακόμη παράδειγμα συμφυρμού των χώρων.

Ένας από τους πιο περίεργους συμφυρμούς στο έργο του Μάτεσι είναι αυτός των έμψυχων με τα άψυχα. Στο διήγημα Ύλη Δάσους της ομότιτλης συλλογής ο ήρωας «παλιώνει», μεταφέρεται σε παλαιοπωλείο κι εκεί, με το πέρασμα του χρόνου, μετατρέπεται σε ξύλινο γλυπτό!

Ο συμφυρμός μύθου-πραγματικότητας είναι ένας ακόμη σημαίνων συμφυρμός, όπου ως μύθος λογίζονται τα πρόσωπα των έργων του συγγραφέα, ενώ ως πραγματικότητα ο ίδιος ο συγγραφέας. Έτσι, στο Πάντα Καλά ο ίδιος ο συγγραφέας του μυθιστορήματος, δηλαδή ο Παύλος Μάτεσις, κερνά καφέ στην ηρωίδα του Αρσενία, προσφέροντάς της το θαύμα που εκείνη ζήτησε, κι ενώ η Αρσενία τον κοιτά να περνά τον απέναντι δρόμο! Στο ίδιο μυθιστόρημα η Ρουμπίνη, που πρωταγωνιστούσε στη Μητέρα του Σκύλου, κρατά στα χέρια της το βιβλίο του Μάτεσι στο οποίο η ίδια πρωταγωνιστεί, ενώ γνώση του μυθιστορήματος έχει και η φαρμακοποιός Βασιλεία! Στο διήγημα «Για ώρα ανάγκης» της συλλογής Ύλη Δάσους ο ήρωας γνωρίζει το διήγημα «Το ηλιοτρόπιο» της ίδιας συλλογής. Με άλλα λόγια, τα φανταστικά πρόσωπα του λογοτεχνικού μύθου έχουν γνώση του δημιουργού τους και του έργου του, που είναι ωστόσο υπαρκτά, όχι φανταστικά! Μάλιστα, η ηρωίδα Μυρτάλη στον Σκοτεινό Οδηγό αφήνει τα σημάδια της στον κόσμο του συγγραφέα και κάνει ολόκληρη συζήτηση με τη Ρουμπίνη, που εμφανίζεται και εδώ, για το αν είναι «ύπαρξη υπαρκτή» και για το αν μπορεί να γίνει στην περίπτωση που δεν είναι, κάτι που στο τέλος το κατορθώνει!
Ο συμφυρμός του κόσμου των μυθιστορημάτων με τον κόσμο τον πραγματικό, πέρα από την έκπληξη που προκαλεί, γεννά και προβληματισμούς αναφορικά με το τι είναι πραγματικό και τι όχι. Όταν οι ήρωες αφήνουν το στίγμα τους στον κόσμο του συγγραφέα, θα ’ταν δύσκολο να αμφισβητηθεί η πραγματική τους ύπαρξη. Από την άλλη, μήπως δεν είναι αληθινός ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας αν δεν είναι αληθινοί οι ήρωές του, από τη στιγμή που συμπλέκεται στην ίδια διάσταση μαζί τους; Ο Μάτεσις βάζει δυναμίτες στις βεβαιότητες και τις κλονίζει. Παράλληλα όμως, δικαιώνοντας σαν πιθανό οποιοδήποτε ενδεχόμενο, ακόμη και το πλέον παράδοξο, βάζει δυναμίτες και σε κάθε αβεβαιότητα. Έτσι, βεβαιότητα κι αβεβαιότητα μοιάζουν εξίσου πιθανές, και το ερώτημα τι είναι πραγματικότητα και τι μύθος υποβιβάζεται σε ερώτημα χωρίς νόημα.
Η παραπάνω απόπειρα ερμηνείας μιας πολύ μικρής πτυχής του έργου του Μάτεσι δεν είναι τίποτε περισσότερο από την «ψύχωση» του υποφαινόμενου φιλολόγου να «αποκρυπτογραφήσει» οπωσδήποτε τα μυστήρια του ματεσικού σύμπαντος. Η «ερμηνεία» αυτή ίσως φαντάζει πρόκληση, εφόσον ο Μάτεσις αποποιείται την εκλογίκευση του έργου του, είναι ωστόσο μία «ερμηνεία» που επί της ουσίας δεν ερμηνεύει τίποτα, αφού αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα. Έτσι συμπορεύεται με τη στόχευση του Μάτεσι για «α-σημία» στο έργο του, δηλαδή για απουσία οποιουδήποτε συμβολισμού από τις καταστάσεις που περιγράφει.
Εφόσον τα πράγματα έχουν έτσι, δηλαδή απλώς τελούνται, καμία απόπειρα εκλογίκευσης δεν ευσταθεί. Μόνη δυνατότητα είναι να προσεγγίζεται το έργο του Μάτεσι με τον ίδιο τρόπο που θα προσεγγιζόταν μια μουσική σύνθεση: ακούγοντας κι απολαμβάνοντας, πέρα από κάθε προσπάθεια ερμηνείας. Η μόνη αποδεκτή προσέγγιση λοιπόν γίνεται με κριτήρια αισθητικά.
[...]


 
~~~§§§~~~

Αν και βιβλιοφάγος αισθάνομαι πολύ μικρός και άτυχος που τόσο αργά ανακαλύπτω έναν πολύ μεγάλο σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα, τον Παύλο Μάτεσι! Τον "Παλαιό των ημερών", τον ξαναδιάβασα δεύτερη φορά μέσα σε λίγο χρόνο και ξαναγοητεύτηκα. Είναι ένα μυθιστόρημα, που διαβάζεται σαν παραμύθι. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι μοναδική. Η μυθοπλασία του συγγραφέα σε καθηλώνει και σε συναρπάζει σαν μικρό παιδί, γιατί τα πάντα όσα περιγράφονται είναι συνάμα αληθινά και σουρεαλιστικά, φυσικά και υπερφυσικά, ζωντανοί και νεκροί γίνονται ένα κ.α.: οι άνθρωποι αποκτούν θεϊκές ιδιότητες, την άλλη στιγμή γίνονται πάλι ανθρώπινοι με την χειρότερη ζωόδική τους ιδιότητα, τα φυσικά φαινόμενα εξανθρωπίζονται -παίρνουν ζωή- η φυσιολογική ροή των πραγμάτων τη μια τηρείται κανονικά, την άλλη στιγμή γκρεμίζεται αναπάντεχα στο γκροτέσκο!.

Έψαξα πολύ να βρω περισσότερα στοιχεία για το βιβλίο και γενικότερα για τον συγγραφέα. Η αλήθεια είναι ότι η συγκομιδή μου ήταν πολύ μικρή! Ίσως είμαστε εθισμένοι περισσότερο στους "στρωτούς" συγγραφείς, στην "βατή" μυθιστοριογραφία... Την μοναδική ανάλυση του έργου του που βρήκα, ήταν αυτή του Γιάννη Στρούμπα, κομμάτια της οποία παραθέτω πιο πάνω.

Σημαδιακό για τα θέματα στα οποία αναφέρεται το βιβλίο -και πως τα πράγματα επαναλαμβάνονται και στους καιρούς μας- είναι κι αυτό που πριν λίγο άκουσα σε διαφήμιση για μια κυριακάτικη εφημερίδα (αύριο 8/3/2015 "Παρασκήνιο"): προσφέρουν βιβλίο με όλα τα "Θαυματουργά Αγιάσματα στην Ελλάδα"!

Ακόμα κι αν ισχύει αυτό:
"Εφόσον τα πράγματα έχουν έτσι, δηλαδή απλώς τελούνται, καμία απόπειρα εκλογίκευσης δεν ευσταθεί. Μόνη δυνατότητα είναι να προσεγγίζεται το έργο του Μάτεσι με τον ίδιο τρόπο που θα προσεγγιζόταν μια μουσική σύνθεση: ακούγοντας κι απολαμβάνοντας, πέρα από κάθε προσπάθεια ερμηνείας. Η μόνη αποδεκτή προσέγγιση λοιπόν γίνεται με κριτήρια αισθητικά." το βιβλίο αποτελεί σχεδόν κλασσικό ανάγνωσμα για κάθε σοβαρό αναγνώστη, όπως επίσης και το υπόλοιπο έργο του.

Μωραϊτόπουλος Απόστολος (AMOR) 7/3/2015

-------------------
Αναδημοσίευση από apopseis-eponyma.blogspot.com
Συνέχεια →

'Αν ξυπνούσε ο κυρ-Αλέξανδρος' - Βιβλίο του Γιώργου Σανιδά

0 σχόλια
'Αν ξυπνούσε ο κυρ-Αλέξανδρος' - Βιβλίο του Γιώργου Σανιδά
Χθες Παρασκευή στις 19:00 στο "Πόλις" έγινε μια ωραία εκδήλωση προς τιμήν του βραβευμένου σκιαθίτη συγγραφέα Γιώργου Σανιδά. Στην εκδήλωση αυτή παρουσιάστηκαν 3 βιβλία του, συγκεκριμένα:
1) "Αν ξυπνούσε ο κυρ-Αλέξανδρος"  από τον Αποστόλη Μωραϊτόπουλο,

2) "Το κάστρο της ελευθερίας & ο Μπαρμπαρόσα" από τον Γιώργο Παρίση και

3) "Ναυαγισμένοι Έρωτες" από τον Νίκο Φιλάρετο.
    ~~~§§§~~~

    "Αν ξυπνούσε ο κυρ-Αλέξανδρος" 
    Στο βιβλίο του 'Αν ξυπνούσε ο κυρ-Αλέξανδρος', ο βραβευμένος σκιαθίτης συγγραφέας Γιώργος Σανιδάς, παίρνει ένα σπουδαίο όσο και περίτεχνο λογοτεχνικό ρίσκο: όπως κι ο ίδιος αναφέρει, τολμάει το απίθανο, το αδιανόητο, φαντάζεται δηλαδή τί θα γίνονονταν «Αν επέστρεφε σήμερα στον κόσμο «ο φτωχός άγιος των γραμμάτων μας», ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ποια εποχή του χρόνου θα επέλεγε, πού θα πήγαινε, ποιες μνήμες του θα ανακαλούσε, πού θα του υπαγόρευε η συνείδησή του να σταθεί, τι θα έβλεπε, τι θα άκουγε, πώς θα σχολίαζε την κρίση και τα έργα των σύγχρονων ανθρώπων, τι θα συμβούλευε, ποια μυστικά του «πάνω» κόσμου θα αποκάλυπτε, με ποιον θα συνομιλούσε, πόσο θα παρέμενε και τελικά, αν έφευγε ξανά, υπήρχε περίπτωση νέας επανόδου του; Επαναφέρει λοιπόν τον αγαπημένο του συντοπίτη σκιαθίτη συγγραφέα Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, από την αιωνιότητα του παραδείσου του με τη μορφή πνεύματος, ξανά στα εγκόσμια και μάλιστα στο αγαπημένο του νησί, τη Σκιάθο. Από τη πρώτη στιγμή της άυλης επιστροφής του, τον συνοδεύει νοητά στην περιπλάνησή του στο νησί για συνολικά 3 μέρες, όσα είναι και τα κεφάλαια του 50σέλιδου όμορφου αφηγήματός του. Σ' όλη αυτή την 3ήμερη περιπλάνηση, αφήνεται έντεχνα ο κυρ-Αλέξανδρος σε πρώτο πρόσωπο να σχολιάζει, να θυμάται, ν' αναπολεί αλλά και να κριτικάρει και να δίνει τις απαντήσεις του σ’όλ' αυτά τα υποθετικά ερωτήματα, εμπλουτίζοντάς τα διακριτικά και με αληθινή συστολή και με τα προσωπικά βιώματα, απόψεις και πιστεύω του ίδιου του συγγραφέα, λαμβάνοντας υπόψη ακόμη και την ιδιαίτερα οδυνηρή, σκληρή και αδυσώπητη κοινωνικοοικονομική κρίση που βιώνουμε όλοι, τα τελευταία 4-5 χρόνια.
    Από αριστερά Γιώργος Παρίσης, Νίκος Φιλάρετος, Αποστόλης Μωραϊτόπουλος, Γιώργος Σανιδάς

    Η Πρώτη μέρα είναι μια Μεγάλη Πέμπτη.

    Πέρασαν πάνω από 100 χρόνια απ' τον σωματικό θάνατό του, το 1911. Στην αρχή, ο συγγραφέας αφήνει τον κυρ-Αλέξανδρο να εξιστορεί πως άφησε τα εγκόσμια και κοιμήθηκε βαθιά, μακάρια τον ύπνο του δικαίου. Περιγράφει ο ίδιος πως εξαϋλώθηκε και απαλλάχτηκε απ' το περιττό σωματικό του βάρος, πως αναβαπτίστηκε εκ του μηδενός και έτσι έγινε πνεύμα αγαθό κι ελεύθερο, που τριγυρνά ανέμελα, στις αυλές του παραδείσου. Όλα αυτά τα χρόνια το μόνο που πεθυμούσε, ήταν να ξαναπατήσει τα ιερά χώματα της πατρίδος του, έστω για μία τελευταία φορά [σελ.14, 2-3 §]:

    "Σ' αυτή την απόφαση με έσπρωξε και κάτι ακόμη. Τελευταία ένοιωθα συνεχώς ανήσυχος σαν κάποιοι εκεί κάτω να με στοχάζονταν έντονα. Ημείς τα πνεύματα ζούμε παράλληλα και στις καρδιές όσων μας στοχάζονται κι όταν αυτές οι καρδιές καίνε και μας καλούν, γινόμαστε αύρα κι ερχόμαστε να τις δροσίσουμε...
    Νά 'μαι τώρα, σιμώνω περιχαρής, του Λαζάρου στο νησί μου...
    Λέω περιχαρής γιατί επιπροσθέτως με χαροποιεί ο λόγος μου καθώς διαπιστώνω πως ολοένα και περισσότερο, λανθανόντως, προσεγγίζει τη δημοτική, αυτή που μιλούσαν πάντα οι απλοί άνθρωποι για τους οποίους και μόνο, ενδιαφερόμουν. «Σαρξ έκ της σαρκός τους» υπήρξα άλλωστε κι εγώ σε εκείνον τον μάταιο κόσμο..." 

    Πρώτη του επιθυμία ήταν να επισκεφθεί την Μητρόπολη, μέρα που ήταν, και ν' ανάψει ένα κεράκι. Μπαίνοντας στην εκκλησία αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι τα πράγματα δεν είναι όπως τ' άφησε: βλέπει τους μεγάλους, φανταχτερούς πολυελαίους, τα ψεύτικα πολύχρωμα κι εκτυφλωτικά κεριά, πολύ χρυσάφι και μάρμαρα παντού, καμιά κατάνυξη στο πλήρωμα του εκκλησιάσματος κλπ... Διαπιστώνει ότι πολλά άλλαξαν από τότε. Αναρωτιέται όμως άλλαξαν προς το καλύτερο; Μάλλον όχι. Γίναμε περισσότερο άνθρωποι του "φαίνεσθαι" μονολογεί κι όχι της "ουσίας" και του "είναι" [σελ.17,3-5§]:


    "Δεν περίμενα βέβαια να συναντήσω στα στασίδια της εκκλησίας το γέρο Φραγκούλη, τη θεια Αχτίτσα," τη σταχομαζώχτρα", το Μελαχρώ, το Διόμικο, το Μαθηνιώ', το Λαλιώ, αλλά όχι κι αυτό το αδιάντροπο θέαμα! Εδώ πλέον είναι πασιφανές πως κυριαρχεί το λούσο, ο νεοπλουτισμός, δίνουν και παίρνουν οι άσχετοι σχολιασμοί, οι ασεβείς ψίθυροι και βασιλεύει η οχλαγωγία.

    Ε, χριστιανοί νισάφι! Η εκκλησία δεν είναι θέατρο, ούτε οι ψάλτες θεατρίνοι...

    Αν εξαιρέσεις ελάχιστους, καμία κατάνυξη, μέθεξη, ευλάβεια, συστολή, περισυλλογή, ταπείνωση, μόνο έπαρση και κομπασμός. Παρέλαση κενοδοξίας. Μύτες ψηλές αντί για σκυφτά κεφάλια ακόμα και από ανθρώπους που θα λάβουν σε λίγο, τη Θεία Κοινωνία των αχράντων μυστηρίων. «Τί νά τάξω»...για νά σταματήσουν; «Εγώ δέν έχω ασήμι...», συγχωρά με Θεέ μου τον βλάστημο. Εσύ βλέπεις και κρίνεις, αρκεί..."

    Μετά κάνει ένα περίπατο στα σοκάκια. Αναρωτιέται που πήγε το υγρό χώμα που υπήρχε παλιά, γιατί οι περισσότεροι διαβάτες είναι τόσο βιαστικοί, γιατι τρέχουν έτσι, θέλουν κάτι να προφτάσουν; Έγιναν όλοι δέσμιοι του καταιγιστικού ρυθμού των τερατουπόλεων; Ο ίδιος παραμένει σαν πνεύμα που είναι αόρατος, και την ομιλία του δεν μπορούν να την ακούσουν οι κοινοί θνητοί, παρά μόνον οι Άγγελοι.

    Ύστερα φτάνει στο παλαιό πετρόχτιστο πατρικό του. Με πολύ μεγάλη συγκίνηση διαπιστώνει ότι δεν έπεσε κι αυτό στην μανία των νεοελλήνων, να αφανίζουν το παρελθόν τους, αλλά διατηρήθηκε σχεδόν ανέπαφο ως Μνημείο μιας άλλης εποχής! Χαίρεται πολύ που τον ενθυμούνται ακόμη οι άνθρωποι.

    Συνεχίζοντας τον περίπατό του ο κυρ-Αλέξανδρος, περιδιαβαίνει όλη τη πολίχνη, διαπιστώνοντας τεράστιες αλλαγές: πολύβουη αγορά, τεχνητός φωτισμός, σκόνη, σκουπίδια παντού."Πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι". Πόρτες σφαλιστές, ελάχιστοι γηγενείς, έρημοι οι μέσα δρόμοι, καμιά χαρά και συντροφικότητα όπως παλιά. Στους ελάχιστους ανθρώπους που συνάντησε, παρά την υλική ευημερία, δεν συνάντησε χαρά και ευτυχία. Κι όλοι μουρμούριζαν την λέξη "κρίση"! Ο ίσκιος λοιπόν αυτής της "κρίσης", μάλλον οδήγησε κάποιους να με θυμούνται τώρα πιο έντονα, μονολογεί [σελ.21,4-6§]:

    Η μόνη λέξη που ακούω κατά κόρον παντού, κυρίως από τους Έλληνες, είναι η λέξη «κρίση». Αυτός ο ίσκιος απλώθηκε πάνω απ' τη χώρα και μάλλον αυτός έκανε κάποιους, λίγους, να με στοχάζονται τώρα πιο έντονα. Εσείς οι μετρημένοι, οι μυημένοι, οι νοσταλγοί μιας άλλης ζωής, με καλέσατε και μόνο εσείς δυστυχώς, έχετε το προνόμιο να μ' ακούτε.
    «Τί άλλο», όμως, «είναι ή κρίσις ειμή σύγκρισις;». Με τί άραγε συγκρίνουν οι σύγχρονοι, το απεχθές παρόν; Με το διάχυτο, βέβηλο παρελθόν της επίπλαστης ευημερίας; Σε τι κόσμο τελικά επιθυμούν να οδηγηθούν οι ημεδαποί, αν βγουν -αν- απ' το τέλμα στο οποίο φαίνεται πως έχουν περιέλθει;
    Έλληνες, για να απαντήσετε ορθά στο βασανιστικό τούτο ερώτημα, ας ανατρέξετε στις ωραίες αναμνήσεις, στα «ϊχνη τά ύγρά, τά μαλακά πτίλα», τόν «χνοΰν, ον έκρίπτει ό άνεμος», τις μνήμες μιας φαιδράς εποχής αγνότητας. Δεν ωφελούν τα σκυθρωπά βλέμματα κι οι σκοτεινές καρδιές που σας κάνουν ξένους στον ίδιο σας τον τόπο. Η κρίση δεν αφορά μόνο τον άρτο και πρέπει να ειδωθεί σαν ευκαιρία ριζικής αναγέννησης και πραγματικής αλληλεγγύης, μόνο έτσι θα ξεπεραστεί, άλλως θα οδηγήσει σε νέα, απείρως οδυνηρότερη!





    Και λίγο παρακάτω [σελ.23,§3]:
    Αν δεν ήξερα, δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω αν βρίσκομαι σε νησί, ή σε στεριά, σε πόλη ή σε χωριό. Ζητείται επιγόντως ταυτότης πριν χαθεί κάθε ίχνος παράδοσης! Και ο απεχθέστερος όλων των δρόμων, ο κεντρικότερος, το σύνχρονο σημείο αναφοράς, ο πλέον απρόσωπος, - τι ειρωνεία! - φέρει το όνομά μου! Καλύτερα να ήταν ποτόκι στο οποίο να στράγγιζαν τα όμβρια ύδατα του Θεού, παρά αυτές οι ορδές των βαρβάρων.


    Και λέγοντας τα παραπάνω, ξαναθυμάται τους στίχους του προπερασμένου αιώνα στο πόνημά του "Οι ελαφροΐσκιωτοι", όπου περιέγραφε το μίσος που εβασίλευε μεταξύ ατόμων και οικογενειών, πράγμα που παρέμεινε απαράλλαχτο και στο σήμερα!

    Στο τέλος μπουχτισμένος από την υπερβολή και την μεγαλομανία, πηγαίνει προς το λιμανάκι, να βρει τη γιατρειά του. Διαπιστώνει κι εκεί την ίδια κατάσταση. Μόνο το Μπούρτζι τον γεμίζει με χαρά γιατί του φαίνεται πολύ καλλωπισμένο και κατάφυτο, όπου αντικρίζει και την προτομή του.
    Από αριστερά Γιώργος Παρίσης, Νίκος Φιλάρετος, Αποστόλης Μωραϊτόπουλος


    Η Δεύτερη μέρα είναι η Μεγάλη Παρασκευή.

    Ανέτειλε λοιπόν η επόμενη μέρα, η Μ. Παρασκευή "η σεμνοτέρα και ιεροτέρα του Χριστιανισμού ημέρα". Μετά αφού θυμήθηκε νοερά όλες τις εκκλησίες του νησιού που είναι αφιερωμένες στην Παναγία, -11 τον αριθμό- "παρόντες σήμερα, τη μαύρη μέρα της ταφής του υιού τους", αναπόλησε τα παλιά ήθη και έθιμα που είχαν σχέση με τον στολισμό του επιταφίου, την περιφορά του στο χωριό με κωδωνοκρουσίες, όπως και τον κυματοειδεί λικνισμό του όπως το περιγράφει εδώ [σελ.31,2§]:

    «Τό ιερόν Έπιτάφιον ύφίστατο ενίοτε κυματοειδείς λυκνισμούς, ώς μυστηριώδες πλοΐον, τό όποιον «σκαμπανεβάζει» εις τάς ανωφέρειας και κατωφέρειας τού δρόμου, και ήτο μακρόθεν έκλαμπρον θέαμα. Εις όλα τά παράθυρα και τάς πεζούλας των οικιών, πήλινα θυμιατήρια και τίνες μεγάλαι κεραμίδες εκάπνιζον, διαχέοντα εύωδίαν....Τέλος έπιστρέφομεν εις τόν ναόν. Τώρα κατά τά νησιωτικά μας έθιμα, έμελλε νά διαδραματισθη μεγάλη επική σκηνή - ή διαρπαγή τών λαμπάδων. Αί λαμπάδες, αί άνημμέναι έπί τού Επιταφίου, είναι εξόχως θαυματουργοί και μάλιστα έν ώρα τρικυμίας εις τήν θάλασσαν... ' Υψιτενές τό Έπιτάφιον εΐσήρχετο εις τόν ναόν...»."

    Η ημέρα αυτή ήταν συνυφασμένη με προσευχή, νηστεία, θλίψη και κατάνυξη θυμάται. Μα τι βλέπει σήμερα γύρω του;  Κάτω στο λιμάνι μεγάλη καοσμοσυρροή. Όλοι τρώγουν, πίνουν, γελούν και χαριεντίζονται αναίσχυντα. Αλοίμονο, μονολογεί, το θρησκευτικό συναίσθημα έχει τελματώσει, η ανθρωπότητα βαδίζει στα τυφλά στο χείλος του γκρεμού! Αν ξεχάσουμε να χαλιναγωγούμε τα πρωτόγονα ένστικτά μας, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στην παρακμή! "Επτωχεύσαμε παντού ως νεοέλληνες" [σελ. 35,3-τέλος]:

    «Άμυνα περί πάτρης δέν είναι αί σπασμωδικαί, κακομελέτητοι και κακοσύντακτοι έπιστρατεΐαι, ουδέ τά σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά. Άμυνα πέρι πάτρης, θά ήτο η ευ συνείδητος λειτουργία τών θεσμών, ή εθνική αγωγή, ή χρηστή διοίκησις, ή καταπολέμησις τοϋ ξένου ϋλισμοΰ και πίθηκισμοϋ, τοϋ διαφθείροντας τό φρόνημα και εκφύλισα­ντος σήμερον τό έθνος, και ή πρόληψις της χρεωκοπίας.
    Τις ήμύνθη περί πάτρης; Και τί πταίει ή γλαϋξ, ή θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οί πλάσαντες τά ερείπια. Και τά έρείπια έπλασαν οί ανίκανοι κυβερνήται τής'Ελλάδος».

    Ανίκανοι κυβερνήτες, λοιπόν; Ναι. Αλλά ποιος, πέρα από μας τους διαιωνίζει; Ο λαός, ο λαός ας αναλάβει επιτέλους την ευθύνη του τόπου και της τύχης του!...
     

    Πού είναι οι πνευματικοί άνθρωποι της χώρας; Οι δάσκαλοι του γένους; Οι ευπατρίδες ευεργέτες; Οι αδωρόκητοι πολιτικοι. Οι ιερείς; Κάνουν μνημόσυνα; Πώς ανέχονται όλα όσα συμβαίνουν; Η πλειοψηφία σιωπά, ιδιωτεύει, «φιλοσοφεί ως εγώ, και ουδέν πράττει». Ή μήπως κάποιοι βολεύονται εντός της χοάνης του συστήματος με τους στείρους, χωρίς αγάπη κανόνες;Ή μήπως κάποιοι κρύβονται πίσω απ' τη μελ­λούμενη ζωή λες και οι πράξεις τους ή οι παραλείψεις τους, σ' αυτή για την οποία έχουν την ευθύνη, δεν θα μετρήσουν; Βαυκαλίζονται όσοι πιστεύουν πως με ευχές, ασθενείς επικλήσεις, προσευχές και ψευδοπροσπάθειες για το θεαθήναι θα εξαργυρώσουν τη συνενοχή τους για το χάλι αυτού του κόσμου. «Ουαί ημίν γραμματείς και Φαρισαίοι»


    Η Τρίτη μέρα είναι η Μεγάλο Σάββατο.


    Εδώ ο συγγραφέας φέρνει στη θύμηση του κυρ-Αλέξανδρου διάφορα υπέροχα αποσπάσματα από τη "Φλώρα ή Λαύρα", απ' τον "Λαμπριάτικο Ψάλτη", το "Θέρος - Έρος", "Στην Αγι-Αναστασά" κλπ. και καταλήγει στις ...παρυφές του Κάστρου, όπου κι εδώ έφθασε ο ¨πολιτισμός", σαν θλιβερός αντίλαλος του απολίτιστου κόσμου! Και καταλήγει [σελ. 49, §2-3]:

    Η περιοχή του Κάστρου, του κάθε άπαρτου «Κάστρου», απέμεινε τώρα το στερνό καταφύγιο σωτηρίας, η τελευταία ευκαιρία, το μήλο αυτού του επίγειου παραδείσου, ο απαγορευμένος καρπός που αν κοπεί, θα αποβληθεί το γένος των Ελλήνων δια παντός απ' αυτόν τον τόπο!
    Δεν αξίζει τέτοια τύχη στα αθώα παιδιά σας, στους μελλοντικούς 'Ελληνες, έχει και σπουδαίες στιγμές η ιστορία μας, έχει ακόμα απίστευτης ομορφιάς άπαρτα «Κάστρα», ετούτη η χώρα.
    Αδελφοί απόγονοι συντοπίτες, πρέπει να σταματήσετε πάραυτα την αδιέξοδη πορεία προς την άβυσσο, την ακατάσχετο αιμορραγία της γης και το βίαιο θάνατο της ζωής του πλανήτη. Μαραίνετε τις λίμνες, στερεύετε τα ρέματα, στραγγίζετε και φαρμακώνετε τα γλυκά νερά, μολύνετε «τα ρόδινα ακρογιάλια», τη θάλασσα και τον ουρανό, προκαλείτε τον αφανισμό των πλείστων ζωντανών πλασμάτων, ρημάζετε τους αγρούς , καταστρέφετε τα δάση, απογυμνώνετε τα βουνά, πουλάτε ασύστολα τη γενέθλια γη, χτίζετε, χτίζετε, χτίζετε,... πριονίζετε εν τέλει, το κλαδί πάνω στο οποίο πατάτε.



    Τελειώνοντας θέλω να πω πως όταν πρωτοέπιασα στα χέρια μου αυτό το μικρό βιβλιαράκι, δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ, ότι θα με αποζημίωνε με τόσες πολλές δόσεις παπαδιαμάντειας λογοτεχνίας και σοφίας, συνταιριασμένες (παντρεμένες) έντεχνα, αθόρυβα και σεμνά και δια της τεθλασμένης οδού, και με τους δικούς του προβληματισμούς και απόψεις για την σημερινή πολύχρονη κρίση που περνάμε όλοι στην πατρίδα μας. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα, ιδιαίτερα στους νεότερους (και όχι μόνο).

    Του Αποστόλη Μωραϊτόπουλου (AMOR 6/2/2015)



    -------------------
    (Οι 3 φωτογραφίες είναι από άλμπουμ του Ν. Φιλάρετου)


    Αναδημοσίευση από apopseis-eponyma.blogspot.com
    Συνέχεια →

    Ετικέτες