Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

"Το βαμμένο πουλί " του Γιέρζι Κοζίνσκι

0 σχόλια

«Όταν πιά μαζεύονταν γύρω μας κάμποσα πουλιά,ο Λεχ μου έκανε νόημα ν’αμολήσω τον «αιχμάλωτο».Το πουλί πετούσε ψηλά,ευτυχισμένο κι ελεύθερο, μιά πιτσιλιά ουράνιου τόξου με φόντο τα σύννεφα, και μετά χωνόταν στο καστανόχρωμο κοπάδι που το περίμενε. Τ’άλλα πουλιά σάστιζαν προς στιγμήν. Το βαμμένο πουλί έκανε κύκλους από τη μιά άκρη του κοπαδιού στην άλλη, προσπαθώντας του κάκου να πείσει τους ομοίους του ότι ήταν ένας απ’αυτούς. Ζαλισμένα όμως από τα εκθαμβωτικά του χρώματα, τ’άλλα πουλιά πετούσαν γύρω του αμετάπειστα και παρά το ζήλο με τον οποίο το βαμμένο πουλί προσπαθούσε να χωθεί στο κοπάδι, εκείνα το έδιωχναν όλο και μακρύτερα. Αμέσως μετά, τα βλέπαμε να του ορμούν μανιασμένα, το ένα μετά το άλλο και να το ξεπουπουλιάζουν. Σε λίγο, η πολύχρωμη φιγούρα έχανε τη θέση της στον ουρανό κι έπεφτε στο έδαφος. Όταν επιτέλους το βρίσκαμε, το βαμμένο πουλί ήταν συνήθως νεκρό. Ο Λεχ έσκυβε πάνω του και μετρούσε με ζέση τα χτυπήματα που είχε δεχτεί. Αίμα έσταζε από τα βαμμένα φτερά του, διέλυε την μπογιά και λέρωνε τα χέρια του Λεχ.»

Νομίζουμε ότι είναι εύκολο να απαλλαγούμε από τις δυσοίωνες σκέψεις που προκαλούν τέτοιες εικόνες. Αυτό συμβαίνει στην άγρια φύση, λέμε. Ο πολωνικής καταγωγής Γιέρζι Κοζίνσκι δείχνει μ' αυτό το βιβλίο πόσο έξω πέφτουμε αν πιστεύουμε ότι έχουμε απομακρυνθεί από τη φυσική κατάσταση που ορίζεται από το ένστικτο και την ανάγκη.

Ένα 7χρονο παιδί στέλνεται από τους γονείς του κάπου στην ύπαιθρο της Ανατολικής Ευρώπης για να σωθεί από τη γερμανική απειλή. Όταν η ανάδοχη μητέρα του σε λίγο καιρό πεθαίνει, ο μικρός ξεκινάει μια βασανιστική περιπλάνηση. Τα μελαχρινά χαρακτηριστικά του παιδιού το ξεχωρίζουν από τους χωριάτες κάνοντάς το να μοιάζει με τσιγγανόπουλο ή εβραιόπουλο (η πραγματική του ταυτότητα δεν μας δίνεται ποτέ). Αυτό το "βαμμένο πουλί" κάθε άλλο παρά προκαλεί την τρυφερότητα ή τον οίκτο των ντόπιων. Είναι μόνο ο φόβος των γερμανικών αντιποίνων που οδηγεί σ' αυτές τις συμπεριφορές ή είναι η γενικότερη απέχθεια προς τον "ξένο", τον "άλλο";

Επιλέγοντας την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο Γ.Κ. καταφέρνει να μας δώσει μια ωμή περιγραφή των περιπετειών του νεαρού του ήρωα σε μια γλώσσα απαλλαγμένη από ηθικές κρίσεις, που πολλές φορές γίνεται η ίδια βάναυση, μια και ο μικρός παύει σιγά-σιγά να σοκάρεται, μεγαλώνει , αναγκάζεται να συνηθίσει για να επιβιώσει, φτάνοντας στην εσχατιά της ανθρώπινης κατάστασης. Καθώς διαδέχονται η μία την άλλη οι σκηνές προλήψεων, μαγγανείας, προκαταλήψεων, ωμής βίας, λαγνείας και φόνου, αναρωτιέται κανείς πόσο χρειάζεται να ξύσει  το βερνίκι του πολιτισμού μας για να "ανακαλύψει" αυτή την ελλοχεύουσα φρίκη. Αρκεί ίσως ένας πόλεμος, μια καταστροφή, ή ίσως μια οικονομική κρίση (βλ. και "Η χρονιά της ερήμου" του Πέδρο Μαϊράλ) για να ξαναβρεθούμε "εκεί"...

Πολλοί προσπάθησαν να ερμηνεύσουν το βιβλίο ως αυτοβιογραφικό. Σήμερα πιστεύεται ότι ο Γ.Κ. χρησιμοποίησε εξίσου αυτοβιογραφικά με μυθοπλαστικά στοιχεία και αφηγήσεις άλλων. Αποφεύγοντας να προσδιορίσει επακριβώς την ταυτότητα του παιδιού ή τον χώρο όπου διαδραματίζεται η οδύσσειά του, ο συγγραφέας - πολωνοεβραίος μετανάστης στις Η.Π.Α. ο ίδιος - πετυχαίνει να προσδώσει πανανθρώπινες διαστάσεις. Όπως ήταν φυσικό, το μυθιστόρημα (πρωτοκυκλοφόρησε το 1965) γνώρισε πολλές αρνητικές αντιδράσεις. Όμως άντεξε στον χρόνο και αναγνωρίζεται πια ως κλασικό. Βέβαια σ' αυτό βοήθησε, πέρα από την αξία του αυτή καθ' εαυτή, και το ότι γράφτηκε στα αγγλικά και όχι στη μητρική γλώσσα του συγγραφέα.

"Το βαμμένο πουλί" διαβάζεται με κομμένη την ανάσα και σε αφήνει συγκλονισμένο. Αναμφίβολα δεν θα το συνιστούσα σε όσους θέλουν να διατηρήσουν την πίστη τους στην καλοσύνη της ανθρώπινης φύσης ή σε όσους απλώς αποφεύγουν τα σοκαριστικά αναγνώσματα. Για τους υπόλοιπους, τους πιο τολμηρούς, θα μπορούσε να είναι μια ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ.
Συνέχεια →
Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Πυθαγόρεια εγκλήματα (Αύγουστος 2010)

0 σχόλια

Τεύκρος Μιχαηλίδης, εκδόσεις Πόλις
  • Υπάρχουν όρια στην επιστημονική σκέψη;
  • Επιτρέπεται η χειραγώγησή της για να μην διαταραχθεί η “υπάρχουσα τάξη πραγμάτων”;
  • Η επιστημονική σκέψη ανήκει σε ένα κλειστό κύκλο μυημένων ανθρώπων, ή πρέπει να γίνεται αμέσως κτήμα ολόκληρης της κοινωνίας;
Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που θέτει το βιβλίο -εκτός των άλλων- και αφήνει στον αναγνώστη την απάντηση. Για τον σκοπό αυτό αναφέρεται σε 2 συγκεκριμένα εγκλήματα, που έγιναν με αφορμή την χειραγώγηση και τη παρεμπόδιση γνωστοποίησης της επιστημονικής σκέψης σε 2 συγκεκριμένες περιπτώσεις:

1)Το πρώτο «καθαρό» Πυθαγόρειο έγκλημα, που ήταν η αποπομπή - ή κατ’ άλλους δολοφονία - του Ιππασου, ενός από τους παλαιότερους μαθητές του Πυθαγόρα, γιατί τόλμησε να δημοσιοποιήσει την σκέψη του, αν η σχέση της διαγώνιου ενός τετραγώνου με μοναδιαία πλευρά (που είναι η ρίζα 2) είναι ένας κανονικός (πραγματικός) αριθμός ή κάτι άλλο.[παρένθεση: σήμερα ξέρουμε ότι κάθε πραγματικός αριθμός ο οποίος δεν είναι δυνατό να εκφραστεί ως κλάσμα δυο ακέραιων, μη μηδενικών αριθμών (μ/ν, όπου μ και ν είναι μη μηδενικοί ακέραιοι αριθμοί), σε αντίθεση με τους ρητούς αριθμούς, οι οποίοι μπορούν να εκφραστούν ως κλάσμα ακεραίων, είναι άρρητος αριθμός. Οι άρρητοι αριθμοί έχουν άπειρο αριθμό, μη επαναλαμβανόμενων περιοδικά, δεκαδικών ψηφίων: παραδείγματα άρρητων αριθμών είναι το π ή το e η τετραγωνική ρίζα του 2 κ.α.(πηγή wikipedia)] και
2)Η δολοφονία ενός εκ των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, του μαθηματικού Στέφανου Κανταρτζή, για να αποτραπεί έτσι η γνωστοποίηση δικής του μεθόδου ελέγχου οποιουδήποτε αξιωματικού συστήματος έτσι ώστε να μπορεί να αποφαίνεται για την πληρότητα και μη αντιφατικότητά του. Αυτό θεωρήθηκε ως ταφόπλακα της περαιτέρω εξέλιξης των μαθηματικών με αυθόρμητη και πηγαία έμπνευση κοκ. Τελικά αποδείχθηκε πως μάταια δολοφονήθηκε, γιατί και τη μέθοδό του αυτή είχε ήδη προλάβει να κοινοποιήσει στην Μαθηματική Κοινότητα (η οποία αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν λανθασμένη), μέχρι που τελικά ήρθε η ιδιοφυΐα του Γκεντελ με το περίφημο θεώρημά του “Περί της μη πληρότητας” να φέρει τρικυμία στον κόσμο των Μαθηματικών και όχι μόνο.

Για τους λάτρεις λοιπόν του μαθηματικού μυθιστορήματος τα “Πυθαγόρεια εγκλήματα” αποτελούν μια ακόμη πολύ ευχάριστη έκπληξη. Ο συγγραφέας έκανε μια πολύ ωραία μυθοπλασία, βασιζόμενος σε πραγματικά γεγονότα, όπως τις απόψεις των Πυθαγόρειων για τους αριθμούς και την αδυναμία τους να κατανοήσουν τους άρρητους αριθμούς, τις απόψεις της μαθηματικής κοινότητας στις αρχές του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα αυτές που παρουσιάσθηκαν σε ένα συνέδριο των Μαθηματικών το 1900 στο Παρίσι από τον Hilbert και στην “μυθοπλαστική” φιλία των 2 βασικών ηρώων του βιβλίου, που γνωρίστηκαν στο συνέδριο αυτό και έκτοτε συνδέθηκαν με βαθιά φιλία.
Έτσι το όλο σκηνικό του βιβλίο στήνεται περίτεχνα με βάση αυτούς τους 2 βασικούς ήρωες, λάτρεις των μαθηματικών, τον λαϊκής καταγωγής Στέφανο Κανταρτζή που περί το 1900 σπουδάζει στην Γαλλία και τον μεγαλοαστό Μιχάλης Ιγερινό που σπουδάζει στο Goettigen της Γερμανίας, με δάσκαλο τον περίφημο Hilbert. Έτσι το πρωί πηγαίνουν στο Συνέδριο των Μαθηματικών και τα βράδια πηγαίνουν τη μιά στο Moulen Rouge, όπου γνωρίζουν τον Ζωγράφο Toulouse Lautrec, την άλλη στο κακόφημο Ζυτ, όπου γνωρίζουν τους Παμπλο Ρουίθ (Πικάσο), τον Μανουέλ Παλέρες, τον Κάρλος Κατσαχέμας κ.α. Ο αναγνώστης γνωρίζει έτσι και μερικά ιστορικά πρόσωπα, όπως τα πρώτα βήματα της μποέμικης ζωής του Πικάσο, αλλά και την πορεία του μέσω και των Μαθηματικών προς τον κυβισμό (στο Ζυτ είχε κάνει τα πρώτα σκίτσα για τον περίφημο πίνακα “Οι κόρες της Αβινιον”) αλλά και άλλων μεγάλων καλλιτεχνών και μαθηματικών της εποχής εκείνης.

Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, το 1930 και αφού πολέμησαν -άλλος στην πρώτη γραμμή κι άλλος στα γραφεία- στον 1ο και στον 2ο βαλκανικό πόλεμο, κι απελευθερώθηκε ολόκληρη η Ελλάδα, τους βρίσκουμε να συναντιούνται τακτικά κάθε βδομάδα παίζοντας σκάκι και ανταλλάσοντας σκέψεις και απόψεις γύρω από τα μαθηματικά. Ξαφνικά ο Στέφανος βρίσκεται δολοφονημένος στο σπίτι του και ο Μιχάλης καλείται για την αναγνώριση.

Ο Τεύκρος Μιχαηλίδης στο βιβλίο του αυτό περισσότερο, νομίζω, από το προγενέστερο «Αχμες ο γιος του φεγγαριού», συνδυάζει περίτεχνα τη λογοτεχνία με τα Μαθηματικά – χωρίς να χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να τα κατανοήσει – όπως και την παράθεση ιστορικών γεγονότων και επιστημονικής σκέψης. Είναι αξιοθαύμαστο, πώς ο συγγραφέας κατάφερε να μπολιάσει τόσο ετερόκλητο υλικό και να το αποδώσει με τέτοιο ωραίο αφηγηματικό και απλό τρόπο, έτσι που και να διαβάζεται ευχάριστα, αλλά και να δίνει έναυσμα για περαιτέρω σκέψεις.


Υστερόγραφο:
1) Αφού διαβάστε το βιβλίο κάντε οπωσδήποτε τον κόπο να δείτε αυτή την Εξαιρετική συνοπτική εικονογραφημένη παρουσίαση του βιβλίου!
2) Όποιος ενδιαφέρεται να πάρει μια γεύση απο ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑΣ Kurt Godel (1931)‏


Αποστόλης Μωραϊτόπουλος  
Συνέχεια →
Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Ποιος θυμάται τον Αλφόνς; (του Κώστα Ακρίβου)

0 σχόλια
Κλείνοντας το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου "Ποιος θυμάται τον Αλφόνς;" διακατέχομαι από αντιφατικά συναισθήματα. Από τη μια, η επίγευση της αναγνωστικής απόλαυσης και η έλξη που άσκησε πάνω μου μια προσωπικότητα σαν του ήρωά του, κι από την άλλη, η θλίψη που τέτοιοι άνθρωποι περνάνε από δίπλα μας χωρίς το μεγαλείο τους να γίνεται αντιληπτό.Είναι άραγε η εγγύτητα που δεν μας επιτρέπει να το δούμε; Ή μήπως η ανθρώπινη ζηλοφθονία που δεν μας αφήνει να το παραδεχτούμε; Σε έναν τόπο σαν τον δικό μας που βρίθει από αρχαίους μύθους, αρχαίους ήρωες και θεούς, πολύ λίγος χώρος μένει για σύγχρονους.


Κι όμως ένας τέτοιος έζησε ανάμεσά μας με τον δικό του "λοξό" τρόπο και ο Κ.Α. καταφέρνει να φωτίσει την προσωπικότητά του μέσα από μια σημαντική έρευνα που φαντάζομαι ότι  υπήρξε δύσκολη και χρονοβόρα. Νομίζω πως αρχίζει να διαμορφώνεται μια τάση στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία (πρόχειρα σημειώνω τον Χιώτη Γιάννη Μακριδάκη) αναδίφησης στην μικρο-ιστορία του κάθε τόπου έτσι ώστε να βγουν στην επιφάνεια ξεχασμένες ιστορίες και να αναδειχθούν και να επανεξεταστούν παρεξηγημένες (συνήθως) μορφές.

Ο Κ.Α. κάνει μυθιστόρημα κυρίως την αναζήτησή του, την ίδια του την αγωνία για το πώς θα χειριστεί το υλικό του, τη συναισθηματική του εμπλοκή με τον Αλφόνς. Ή μήπως την εμπλοκή του αφηγητή του με τον Αλφόνς; Γιατί ο αφηγητής είναι και δεν είναι ο συγγραφέας. Εδώ ο Κ.Α. παίζει ένα παιχνίδι με τον αναγνώστη. Ενώ στην αρχή φαίνεται απόλυτη η ταύτισή του με τον άνθρωπο που "αναζητά" τον Αλφόνς, σιγά-σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι ο ίδιος παίρνει αποστάσεις. Προς το τέλος μάλιστα, κάποιος τον αποκαλεί Στέργιο, σφραγίζοντας τη διαφοροποίηση. Είναι όμως πραγματική ή μήπως ο Κ.Α. θέλει να μας δείξει μ' αυτό ότι η ιστορία που διαβάζουμε είναι κι αυτή. όπως και το πρόσωπο του αφηγητή, εν μέρει κατασκευασμένη; Παραείναι πολλά τα στοιχεία που υποτίθεται πως έχει αφήσει πίσω του ο Αλφόνς (ιδίως τα ημερολόγιά του) για να είναι όλα αληθινά. Αυτό δεν το λέω ως κατηγόρια. Αντίθετα, είναι ο μεγαλύτερός μου έπαινος προς τον συγγραφέα: μας πείθει πως η μυθοπλασία του δεν είναι μυθοπλασία.

Αν η υπόθεσή μου ισχύει, τότε πραγματικά έχουμε ένα μυθιστόρημα μοναδικό. Δεν ξέρω αν μπόρεσε να βρει το Rosebud του Αλφόνς, όμως ο Κ.Α. καταφέρνει με παιγνιώδη τρόπο να θολώσει και να αμφισβητήσει τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και τη βιογραφία. Από αυτή την άποψη, νομίζω ότι το βιβλίο ξαναβρίσκει το νήμα που ο Κώστας Ακρίβος είχε αφήσει στο "Σφαίρα στο βυζί" (ας με συγχωρέσει αν μου ξέφυγε κάτι) δείχνοντας πια ιδιαίτερη συγγραφική ωριμότητα και εξαιρετικό έλεγχο του υλικού του.

Το μυθιστόρημα πείθει (ως βιογραφία;) και δεν είναι τυχαίο που ο Βόλος και το Πήλιο, με αφορμή το βιβλίο, ξαναθυμήθηκαν μια μάλλον ξεχασμένη φιγούρα τους. Οι συζητήσεις που κατά καιρούς ακούω μοιάζουν να δημιουργούν σχεδόν έναν καινούργιο θρύλο αναπλάθοντας τον παλιό. Να λοιπόν που η λογοτεχνία μπορεί να επιδρά πάνω στη ζωή. Άλλωστε, κατά μία έννοια, ποιος θα ήταν ο Αλφόνς χωρίς τον συγγραφέα του;

(Διαβάστε συνέντευξη του συγγραφέα εδώ)
Συνέχεια →
Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ - Βικτόρια Χίσλοπ

0 σχόλια

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ασκούσε πάντα πάνω μου μια μαγική έλξη. Γι' αυτόν ήταν η πρώτη "σοβαρή" σχολική εργασία που έκανα. Στα αγγλικά μάλιστα, για τον Mr Ross Mayberry - καλή του ώρα - που με προμήθευσε με μια επαρκέστατη για τα δεδομένα της γυμνασιακής μου ηλικίας βιβλιογραφία, την οποία "ρούφηξα" συνεπαρμένος. Οι ήρωες της Ισπανικής Επανάστασης πήραν για πάντα τη θέση τους στο πάνθεο των εφηβικών μου χρόνων.
 
Μία από αυτούς ήταν και η Ντολόρες Ιμπαρούρι, η περίφημη Πασιονάρια - αν και αργότερα η σταλινική της αφέλεια (;) ξεθώριασε κάπως τον θαυμασμό μου. Χρόνια μετά, μαθαίνοντας ισπανικά, σε ένα παιχνίδι που παίζαμε στο πλαίσιο της προφορικής μας εξάσκησης (αυτό που με ερωτήσεις προσπαθείς να ανακαλύψεις ποια προσωπικότητα έχει βάλει κάποιος στον νου), διαπίστωσα άναυδος ότι κανείς από τους συμμαθητές μου, όλοι θαυμαστές της σύγχρονης ισπανικής κουλτούρας, δεν είχε ποτέ ακούσει το όνομά της. Ούτε καν ο νεαρός Ισπανός δάσκαλός μας (πολιτικά όχι άσχετος, απ' ό,τι είχα διαπιστώσει)! Η λήθη έχει ρίξει βαρύ το πέπλο της στον πιο ρομαντικό ίσως πόλεμο του 20ου αιώνα. (Η πολιτική
Ντολόρες Ιμπαρούρι (Πασιονάρια)
των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων της Ισπανίας δεν είναι άμοιρη ευθυνών...) Μπορεί κανείς να κάνει - τηρουμένων των αναλογιών - τις συγκρίσεις του και με την ελληνική πραγματικότητα: πόσοι σημερινοί νεαροί Νεοέλληνες γνωρίζουν π.χ. τον Άρη Βελουχιώτη;

Φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξή μου όταν έμαθα ότι η Βικτόρια Χίσλοπ, η συγγραφέας του "Νησιού" των 200.000 αντιτύπων, είχε κυκλοφορήσει μυθιστόρημα με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο. Πάντα επιφυλακτικός απέναντι στα ευπώλητα, δεν έσπευσα να το διαβάσω. Προτίμησα να αφήσω να κατακαθίσει ο κουρνιαχτός - έτσι κάνω συνήθως - και να δω αν το βιβλίο έχει αντέξει στον χρόνο.

Αυτή τη φορά δεν περίμενα πολύ. Κάποια αφορμή δόθηκε και το μυθιστόρημα έπεσε στα χέρια μου. Δεν άφησα να με αποτρέψουν τα ψευτοδιθυραμβικά σχόλια του οπισθόφυλλου (της αγγλικής έκδοσης, για να μην αδικήσω κανέναν) και προχώρησα ακάθεκτος στην πολυσέλιδη ανάγνωση.

Η πρώτη μου διαπίστωση ήταν ότι η προσέγγιση της Χίσλοπ στον Ισπανικό Εμφύλιο είναι συναισθηματική και μάλλον τουριστική (με την όσο πιο καλή έννοια). Η ίδια άλλωστε κατ' επάγγελμα ταξιδιωτικά άρθρα γράφει. Αγαπάει τα μέρη όπου ταξιδεύει και γνωρίζει με εμβρίθεια τον πολιτισμό τους. Όμως για τους απαιτητικούς αναγνώστες μια απλή περιγραφή των δεινών του πολέμου δεν αρκεί. Νομίζω ότι ιστορικό μυθιστόρημα χωρίς μια μορφή αναθεώρησης, χωρίς μια προσπάθεια μετατόπισης των παραδεγμένων οπτικών γωνιών και αντιλήψεων, καταλήγει τετριμμένη, ρηχή ανάπλαση.
 

Η αφήγηση των κακουχιών που υφίστανται τα μέλη της οικογένειας του βιβλίου είναι εγκιβωτισμένη μέσα στην ιστορία της Σόνιας, μιας Αγγλίδας που επισκέπτεται τη Γρανάδα με μια φίλη της για να πάρουν μαθήματα ισπανικών χορών. Αυτό επιτρέπει στη συγγραφέα να αντιπαραβάλει το σήμερα με το χθες και να επικεντρωθεί στη λειτουργία της ιστορικής μνήμης. Από την άλλη, όμως, ο τρόπος που επιλέγει να στήσει το όλο σκηνικό επιτείνει την "τουριστική" αίσθηση που προανέφερα. Βέβαια, η εξέλιξη της ιστορίας θα δικαιολογήσει την εμπλοκή της Σόνιας σ' αυτήν, που ξεπερνάει το απλό ενδιαφέρον ενός επισκέπτη.
 

Η γλώσσα της Χίσλοπ είναι στρωτή και καθόλου περιπετειώδης, ενώ οι περιγραφές της ζωντανεύουν την εποχή και το τοπίο. Η πλοκή δεν έχει ιδιαίτερα γυρίσματα και εξελίσσεται μάλλον αναμενόμενα για τα δεδομένα ενός πολέμου. Παρ' όλο που υπάρχουν συμπτώσεις (κεντρικές στην πλοκή) που αντιβαίνουν στον νόμο των πιθανοτήτων, μπορούμε να τις προσπεράσουμε αποδίδοντάς τες στην ποιητική άδεια. Επιπλέον καταπιάνεται με την μετεμφυλιοπολεμική κατάσταση μέσα και έξω από την Ισπανία, πράγμα που έχει από μόνο του τη σημασία του, μια και λίγοι έχουν ασχοληθεί μ' αυτό. Εκείνο, όμως, που με ξένισε (λόγω και της δημοσιογραφικής ταυτότητας της Β.Χ.) ήταν η έλλειψη οικονομίας. Πιθανολογώ ότι γοητεύεται τόσο πολύ από την ίδια της την αφήγηση (ιδίως προς το τέλος) που ξεχνάει να τελειώσει έγκαιρα τα κεφάλαιά της.

 Τελικά, παρά τις αδυναμίες του, ο "Γυρισμός" είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με ενδιαφέρον και σίγουρα νιώθει κανείς μέσα στις σελίδες του πολύ έντονη τη γοητεία της Γρανάδα, του Λόρκα, του φλαμένκο, της Ισπανίας συνολικά. Η Βικτόρια Χίσλοπ αγαπάει αυτό για το οποίο γράφει και αυτό αντανακλάται στο μυθιστόρημά της (αντίστοιχη η αγάπη της και για την Ελλάδα όπου διαδραματίζεται το προηγούμενο βιβλίο της - δείτε τις συνεντεύξεις της). Είναι μια συμπαθέστατη και ειλικρινής εισαγωγή στο θέμα του Ισπανικού Εμφύλιου, όχι όμως ιδιαίτερα φιλόδοξη. Ο "δύσκολος" αναγνώστης θα χρειαστεί ίσως να βρει ικανοποίηση στα κλασικά κείμενα για την Ισπανική Επανάσταση (όπως αποκαλείται από κάποιους) ή στα πιο πρόσφατα . Σε κάθε περίπτωση, το κέρδος της αναγνωστικής απόλαυσης θα είναι μεγάλο.





Βιβλιογραφία (επιλογές):
- Orwell, George. Φόρος τιμής στην Καταλωνία (ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ) [κυκλοφορεί και ως "Πεθαίνοντας στην Καταλωνία" από τον ΚΑΚΤΟ]
- Beevor, Antony. Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939 (ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ)
- Koestler, Arthur. Ισπανική διαθήκη (ΚΑΚΤΟΣ)
- Hemingway, Ernest. Για ποιον χτυπά η καμπάνα (ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ και πολλές άλλες εκδόσεις)
- Malraux, André. Η ελπίδα (ΕΞΑΝΤΑΣ)
- Enzensberger, Hans - Magnus. Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας  (ΟΔΥΣΣΕΑΣ)
- Cercas, Javier. Στρατιώτες της Σαλαμίνας (ΠΑΤΑΚΗ)

Φιλμογραφία (επιλογές):
- For Whom the Bell Tolls (Sam Wood, 1943) [Για ποιον χτυπά η καμπάνα]
- ¡Ay, Carmela! (Carlos Saura, 1990)
- Land and Freedom (Ken Loach, 1995) [Γη και Ελευθερία]
- Soldados de Salamina (David Trueba, 2002) [Στρατιώτες της Σαλαμίνας]

- El laberinto del fauno (Guillerno del Toro. 2006) [Ο λαβύρινθος του Πάνα]

[Διαβάστε συνέντευξη της Βικτόρια Χίσλοπ]
Συνέχεια →

Ετικέτες