Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση (Μετάφραση). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση (Μετάφραση). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Πες όλη την αλήθεια [αρ. 1129] - Έμιλι Ντίκινσον

0 σχόλια

Πες όλη την αλήθεια μα πες την πλάγια –
Το μυστικό είναι στις Περιστροφές
Ζαλίζει την αδύναμή μας Τέρψη
Το εξαίσιο της Αλήθειας ξάφνιασμα
Όπως της Αστραπής η εξήγηση
Δίνεται στα Παιδιά με τρόπο
Πρέπει σιγά-σιγά η Αλήθεια να θαμπώνει
Αλλιώς θα τυφλωνόνταν όλοι –








[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο.
Συνέχεια →
Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Πάμπλο Νερούδα - Σονέτο VIII ("Εκατό ερωτικά σονέτα")

0 σχόλια
Αν δεν είχανε τα μάτια σου το χρώμα της σελήνης,
μιας μέρας από φωτιά, πηλό, δουλειά,
αν ακόμη και σε φυλακή δεν είχες του άνεμου τη χάρη,
αν δεν ήσουνα κεχριμπαρένια εβδομάδα,

ούτε στιγμή κιτρινωπή
σαν το φθινόπωρο που σκαρφαλώνει μέσα από τα φύλλα,
αν δεν ήσουν το ψωμί που η ευωδιαστή σελήνη
ζυμώνει, πασπαλίζοντας τον ουρανό μ’ αλεύρι,

ω αγαπημένη, δεν θα σ’ αγαπούσα!
Στην αγκαλιά σου αγκαλιάζω ό,τι υπάρχει,
την άμμο, τον χρόνο, το δένδρο της βροχής,

όλα όσα ζουν για να μπορώ να ζω εγώ:
χωρίς να φεύγω μακριά σου βλέπω τα πάντα:
βλέπω μες στη ζωή σου κάθε τι το ζωντανό.


                                          Πρώτη έκδοση 1960

[Μετάφραση από τα Ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]


Αναζητήστε και άλλα ποιήματα του Νερούδα στο ιστολόγιό μας:
Συνέχεια →
Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Μόνος κανένας - Μάγια Άντζελοου [Alone - Maya Angelou]

1 σχόλια
Μόνος κανένας

Ξαπλωμένη, σκεφτόμουν
Ψες το βράδυ
Πώς της ψυχής μου να ‘βρω ένα σπίτι
Που το νερό δεν θα διψάει
Και το ψωμί δεν θα ‘ναι πέτρα
Ένα μόνο στο νου μου ήρθε
Κι άδικο δεν νομίζω να ‘χω
Ότι κανένας,
Μα κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

Μόνος, ολομόναχος
Κανένας, μα κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

Υπάρχουν κάποιοι εκατομμυριούχοι
Με χρήμα που δεν έχουν τι να κάνουν
Οι γυναίκες τους θρηνούν αλλοπαρμένες
Τα παιδιά τους τραγουδούν θλιμμένα
Έχουν πανάκριβους γιατρούς
Τις πέτρινες καρδιές τους να γιατρέψουν.
Μα κανένας,
Όχι, κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

Μόνος ολομόναχος
Κανένας, μα κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

Τώρα αν μ’ ακούσετε προσεκτικά
Θα σας πω τι ξέρω
Σύννεφα μαζεύονται βαριά
Άνεμος δυνατός θε να φυσήξει
Η φυλή των ανθρώπων υποφέρει
Κι ακούω τα βογκητά
Γιατί κανένας,
Μα κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

Μόνος, ολομόναχος
Κανένας, μα κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

                   Από την ποιητική συλλογή Oh Pray My Wings Are Gonna Fit Me Well [1975]

[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Η Μάγια Άντζελοου [Maya Angelou, 1928-2014] ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια και πεζογράφος. Ασχολήθηκε με το θέατρο και τον κινηματογράφο. Πριν κάνει λογοτεχνική καριέρα, στα νεανικά της χρόνια δούλεψε ως μαγείρισσα, πόρνη, χορεύτρια σε νάιτ κλαμπ, κλπ. Αγωνίστηκε στην πρώτη γραμμή του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων. Το γνωστότερο πεζογράφημά της είναι το αυτοβιογραφικό Ξέρω γιατί κελαηδάει το πουλί στο κλουβί [I Know Why the Caged Bird Sings, 1969]. Πέθανε σήμερα, 28 Μαΐου 2014, σε ηλικία 86 χρονών.
Συνέχεια →
Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Πώς θα φιλάς; - Τζούντιθ Πόρντον

0 σχόλια

Πώς θα φιλάς;  


Τα χείλη σου τραγούδα μου,
με τις χαμένες μας ανάσες ενωμένες.

Τη σιωπή μας συγχρόνισε
οι ώρες οι νωθρές καθώς κυλάνε.

Γέμισε τον αέρα μυρουδιές,
κακάο, φουντούκι και κανέλα.

Τρέμε μαζί μου
με παύσεις παραλυτικές.

Ίσως ξανά μην αναπνεύσω πια
χωρίς εσένα να αναπνέω.


[Τζούντιθ Πόρντον (Judith Pordon, 1954), Αμερικανίδα ποιήτρια. Τα πρώτα της ποιήματα ασχολούνται με διάφορα θέματα, συμπεριλαμβανομένης της επαφής με τη φύση αλλά και με ζητήματα κοινωνικής κριτικής. Από τη δεκαετία του 1990, που μετακόμισε στη Χαβάη, η ποίησή της δίνει έμφαση σε πολυπολιτισμικά ζητήματα. Στην Ελλάδα, απ' όσο γνωρίζω, είναι άγνωστη και αμετάφραστη.]

[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης. Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο]

Η ανάρτηση γίνεται για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, 21 Μαρτίου 2014
Συνέχεια →
Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Μεσάνυχτα και ξαστεριά - Ουώλτ Ουίτμαν

2 σχόλια
Μεσάνυχτα και ξαστεριά
Τούτη είναι η ώρα σου Ω Ψυχή, το ελεύθερό σου πέταγμα στο ανείπωτο,
Μακριά από βιβλία, μακριά απ’ την τέχνη, η μέρα έχει σβήσει, το μάθημα τελειώσει,
Κι  εσύ ολόγιομη προβάλλεις, σιωπηλή, ατενίζεις και στοχάζεσαι ό,τι πιο πολύ αγαπάς:
Τη νύχτα, τον ύπνο, τον θάνατο και τ’ άστρα.












Το ποίημα στο πρωτότυπο:

A Clear Midnight
This is thy hour O Soul, thy free flight into the wordless,
Away from books, away from art, the day erased, the lesson done,
Thee fully forth emerging, silent, gazing, pondering the themes thou lovest best.
Night, sleep, death and the stars.

Συνέχεια →
Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Πάμπλο Νερούδα - Σονέτο XI ("Εκατό ερωτικά σονέτα")

1 σχόλια

Πεινάω για το στόμα, τη φωνή σου, τα μαλλιά σου,
παίρνω τους δρόμους νηστικός κι αμίλητος,
πια δεν με θρέφει το ψωμί, η αυγή με συνταράζει,
ψάχνω όλη μέρα τον υγρό τον ήχο των ποδιών σου.

Διψώ για τ’ απαλό το γέλιο σου, τα χέρια σου
των άγριων σπαρτών που έχουν το χρώμα,
πεινάω για τις πέτρες των νυχιών σου τις χλωμές,
θέλω να φάω το δέρμα σου σα μύγδαλο αξεφλούδιστο.

Θέλω να φάω τη φλεγόμενη αχτίδα του κορμιού σου,
τη μύτη την αγέρωχη στο πρόσωπό σου τ’ αλαζονικό,
θέλω να φάω τον φευγαλέο των βλεφάρων σου τον ίσκιο

και πεινασμένος πάω κι έρχομαι, οσμίζομαι το σούρουπο
ζητώντας σε, ζητώντας τη ζεστή σου την καρδιά
σαν ένα πούμα στις ερημιές του Κιτρατούε.
                                       
                                           (Πρώτη έκδοση 1960)

[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
[Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο και εδώ βιογραφικά στοιχεία του ποιητή - άλλα ποιήματα του Νερούδα στο ιστολόγιό μας]
Συνέχεια →
Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Η εξομολόγηση του φυγά - Χουάν Βιθέντε Πικέρας

7 σχόλια

Η εξομολόγηση του φυγά             
  [Confesión del fugitivo]
                     
                   του Χουάν Βιθέντε Πικέρας

Είμαι ευτυχισμένος μόνο σαν φεύγω.

Όχι ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, με δρόμους κλειστούς,
μα ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, στο ’να σπίτι ή στ’ άλλο,
και τα δυο κατά προτίμηση αλλονών.

Δεν μπορώ πια, ούτε θέλω, να μένω ήσυχος.
Ούτε τώρα ούτε μετά. Ούτε εδώ ούτε εκεί.
Εκεί που τελοσπάντων είσαι εσύ,
όποια και να ’σαι εσύ, το όνομά σου βάλε
στα χείλη μου τα διψασμένα, τα αχόρταγα.

Εγώ δεν είμαι εγώ ούτε έχω σπίτι.
Δεν λέω πια, γιατί ποτέ δεν ήμουν,
ποτέ δεν είχα, πάντα ήμουν ξένος
μέσα μου ή έξω μου. Είμαι αυτός που δεν:
ο αλήτης που κοιμάται κάτω απ’ το γεφύρι
που τις όχθες μου ενώνει και το περνώ
χωρίς σταματημό, μέρα και νύχτα.

Γράφω γιατί ψάχνω, γιατί ελπίζω.
Όμως πια δεν ξέρω τι, το ’χω ξεχάσει.
Ελπίζω πως γράφοντας, κάποια στιγμή
θα θυμηθώ. Επιμένω κόντρα στους καιρούς.

Αγωνιώ ανάμεσα σε παρενθέσεις
σε τόπο ζωντανό, χρόνο νεκρό
κάποιας ελπίδας, ανάμεσα σε δύο εδώ.

Ποτέ σε κάτι μα ανάμεσα. Άσε με,
όποια και να ’σαι εσύ, στην ησυχία μου
ή τέλειωνε πια μαζί μου και με το μέλι το πικρό
του να είμαι μόνος μιλώντας μόνος.

Αποφάσισα να μην αποφασίζω,
να μην είμαι πουθενά αλλά στον δρόμο,
σε γεφύρια, σε πλοία, σε τρένα
όπου θα είμαι απλώς ο επιβάτης
που ξέρω πως είμαι, και να αισθάνομαι
πως με ανησυχεί η γαλήνη,
πως η ησυχία με τρομάζει,
πως η ασφάλεια δεν με ενδιαφέρει,
κι ευτυχισμένος είμαι μόνο στη φυγή.

[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Ο Χουάν Βιθέντε Πικέρας θεωρείται ένας από τους πιο μοναχικούς και αυθεντικούς ποιητές της σύγχρονης ισπανικής ποίησης. Γεννήθηκε το 1960 στο Ντούκες ντε Ρεκένα, ένα μικρό αγροτικό χωριό. Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από τη φύση, τις αγροτικές δραστηριότητες, την έλλειψη βιβλίων, την αθλιότητα του φρανκισμού. Η λογοτεχνική του καλλιέργεια ήταν τελείως προσωπικό του πάθος. Τη δεκαετία του '80 έφυγε τρέχοντας από την Ισπανία. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ζει έξω από την πατρίδα του: στην αρχή στη Γαλλία, μετά στην Ιταλία και τώρα στην Ελλάδα. [από το αρχείο της BiblioNet]

[Διαβάστε εδώ το ποίημα Η εξομολόγηση του φυγά στο πρωτότυπο ]

Δείτε τον Χουάν Βιθέντε Πικέρας να απαγγέλλει (μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή) στο YouTube









Συνέχεια →
Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Κοχύλι - Ρουμπέν Νταρίο

7 σχόλια

Κοχύλι

                             του  Ρουμπέν Νταρίο


Ένα χρυσό βαρύ κοχύλι πάνω στην άμμο βρήκα.
Μαργαριτάρια φίνα το στολίζαν.
με θεία δάχτυλα η Ευρώπη το 'χε αγγίξει
σαν έσκιζε τα κύματα πα’ στον ουράνιο ταύρο.

Στα χείλη μου το σήκωσα το βουερό κοχύλι
για να σαλπίσω την ηχώ των θαλασσών.
το ακούμπησα στο αυτί μου και τα κυανά άκουσα βάθη
τον μυστικό τους θησαυρό να ψιθυρίζουν.

Γεύομαι τώρα την αλμύρα των πικρών ανέμων
που της Αργούς φουσκώναν τα πανιά
σαν ερωτεύονταν του Ιάσονα το όνειρο τα αστέρια.

και των κυμάτων ακούω το μουρμουρητό και μια άγνωστη λαλιά
και μια βαθιά φουσκονεριά κι έναν αγέρα μυστηριώδη…
(Το κοχύλι έχει το σχήμα της καρδιάς.)




[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Ρουμπέν Νταρίο (1867-1917): Νικαραγουανός ποιητής, πρωτεργάτης του λατινοαμερικάνικου μοντερνισμού και με μεγάλη επίδραση σε όλη την ισπανόφωνη ποίηση του 20ου αιώνα, την οποία συνέδεσε με το κίνημα της νεότερης λυρικής ποίησης που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στη Γαλλία, φθάνοντας στο απόγειό της με τον συμβολισμό.

[Διαβάστε εδώ το ποίημα Κοχύλι στο πρωτότυπο.]
Συνέχεια →
Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Τελευταίο ταξίδι - Ενρίκε Γκονσάλες Μαρτίνες

2 σχόλια

Τελευταίο ταξίδι
        [Ultimo viaje, 1945]

Τον δρόμο της σιωπής
πήρε. Μπροστά μου
πάει. Με τη δάδα
ήδη μακριά από την προδοσία του αέρα.

Σιγοτραγουδάει τα λόγια
που ψες δεν μπόραγε να πει.
Έσβησε το χαμόγελο, στα μάτια
τρέμισε ο τρόμος γι’ αυτό που τώρα ξέρει.

Τον φωνάζω, τον ακολουθώ. Δεν γυρίζει πια
το πρόσωπό του να μου πει, «πατέρα,
να η νιότη μου, στην παραδίνω,
να η καρδιά μου, να το αίμα».

Όταν τα βήματά μου, από την απουσία
ζωηρεμένα, τον προφτάσουν
και οι δυο μαζί σταθούμε μπρος στο κρύσταλλο που λιώνει
και λευτερώνει τις εικόνες απ’ τον χρόνο,
το πρόσωπό του θα αντικρίσω, θα δω το μέτωπό του
στο πατρικό μου στήθος να βουλιάζει.

Εκεί θα μάθουμε της αναχώρησης τη μέρα
ποιος ορίζει και του ταξιδιού τον λόγο.


[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]


Ενρίκε Γκονσάλες Μαρτίνες [Enrique González Martínez]
Μεξικανός ποιητής [1871-1952]. Αρχικά εκπρόσωπος του Μοντερνισμού, τον αμφισβήτησε ανοίγοντας τον δρόμο για τον Μεταμοντερνισμό. [Ωστόσο, ο Οκτάβιο Πας τον θεωρεί τον μόνο αληθινό μοντερνιστή ποιητή που είχε ποτέ το Μεξικό.] Η ποίηση του εμπνέεται συχνά από τον έρωτα και τον θάνατο.

[Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο και ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλλει.]
Συνέχεια →
Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα - Θλιμμένη μπαλάντα [Balada triste]

2 σχόλια
     Θλιμμένη μπαλάντα
      
         [Μικρό ποίημα]

Μια πεταλούδα είναι η καρδιά μου,
καλά παιδιά του λιβαδιού,
που πιάστηκε στου χρόνου την αράχνη
και της μοιραίας άρνησης έχει τη μαύρη γύρη.

Από παιδί τραγούδαγα όπως κι εσείς,

καλά παιδιά του λιβαδιού,
στον ουρανό αμολούσα το σαίνι μου
με τα φριχτά σαν του αγριόγατου τα νύχια.

Στης Καρταχένας τα περβόλια
ξόρκιζα της βερβένας το βοτάνι
και σαν περνούσα της φαντασίας το ποταμάκι
το δαχτυλίδι έχασα που 'χα για φυλαχτό.

Άι, καβαλάρης μια φορά γυρνούσα
μες στου Μαγιού το δροσερό το δείλι.
Ήταν εκείνη τότε το αίνιγμά μου,
άστρο γαλάζιο στο στέρνο μου τ' ανέγγιχτο.
Ανέβαινα αργά μέχρι τα ουράνια.
Ήτανε Κυριακή των ανθισμένων τριφυλλιών.
Την είδα τότε αντί για ρόδα και γαρύφαλλα
να κόβει με τα δυο της χέρια κρίνους.

Ήμουνα πάντα ανήσυχος,

παιδιά καλά του λιβαδιού,
το εκείνη του έρωτα με τύλιγε
σε ονείρατα όλο φως:
Ποια θα μαζέψει τα γαρύφαλλα
και του Μαγιού τα ρόδα;
Γιατί θε να τη δούνε μόνο τα παιδιά
στου Πήγασου τις πλάτες;
Η ίδια θα 'ναι τάχα που στα γιορτάσια
με θλίψη τη φωνάζαμε
άστρο, καλώντας την να βγει
στους κάμπους να χορέψει...;

Απρίλη μήνα εγώ τραγούδαγα παιδί,

καλά παιδιά του λιβαδιού,
εκείνη που η αγάπη μου δεν άγγιζε
εκεί που ξεπροβάλλει ο Πήγασος.
Τις νύχτες μιλούσα για τη θλίψη
και τη σελήνη την τρελή,
ω τι χαμόγελο που φόραγε στα χείλη!
Ποια θε να κόψει τα γαρύφαλλα
και του Μαγιού τα ρόδα;

Αχ, η κοπελίτσα η τόσον όμορφη,

η μικροπαντρεμένη από τη μάνα της,
σε ποιόνα τάφο μυστικό
τον χαλασμό της να κοιμίζει;

Μόνος εγώ κι η αγάπη μου η κρυφή

δίχως καρδιά και δίχως δάκρυ
ως τ' ουρανού τ΄αδύνατο το τέρμα
με παρηγόρια μου έναν ήλιο μέγα.

Θλίψη βαριά με σκιάζει!

Καλά παιδιά του λιβαδιού,
με πόση γλύκα η καρδιά θυμάται
τις μέρες τις ήδη μακρινές...
Ποια θε να κόψει τα γαρύφαλλα
και του Μαγιού τα ρόδα; 


[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

[Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο]

Συνέχεια →
Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα - Δυο ποιήματα στην επέτειο της δολοφονίας του

2 σχόλια
Ο ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε από "άγνωστους" φασίστες στις 19 Αυγούστου 1936, σε ηλικία 38 χρονών, στην περιοχή της Γρανάδα. Η σορός του δεν βρέθηκε ποτέ.


Νύχτα του άγρυπνου έρωτα  [Noche del amor insomnie]

Νύχτα από πάνω μας με ολόγιομο φεγγάρι,
εγώ να κλαίω βάλθηκα και γέλαγες εσύ.
Η περιφρόνησή σου ένας θεός, τα παράπονά μου
μια αλυσίδα από στιγμές και περιστέρια.

Νύχτα από κάτω μας. κρύσταλλο πόνου,
έκλαιγες εσύ για μακρινούς καημούς.
Μυρμήγκιασε η οδύνη μου
επάνω στην αδύναμη χωμάτινη καρδιά σου.

Η αυγή μάς ένωσε επάνω στο κρεβάτι,
με τα στόματα επάνω στον παγωμένο πίδακα
που αίμα δίχως τελειωμό αναβλύζει.

Κι ο ήλιος μπήκε απ' τα κλειστά παράθυρα
και το κοράλλι της ζωής άνοιξε το κλαδί του
επάνω στη σαβανωμένη μου καρδιά.


Κι ύστερα  [Y después]

Οι λαβύρινθοι
που φτιάχνει ο χρόνος,
χάνονται.

(Μένει μόνο
η έρημος.)

Η καρδιά,
πηγή του πόθου,
χάνεται.

(Μένει μόνο
η έρημος.)

Η ψευδαίσθηση της αυγής
και τα φιλιά,
όλα χάνονται.

Μένει μόνο
η έρημος.
Μια κυματιστή
έρημος.



[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →
Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Μοίρα του ποιητή - Οκτάβιο Πας

4 σχόλια
ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Λόγια; Ναι, του αέρα,
και χαμένα στον αέρα.

Άσε με να χαθώ μέσα σε λόγια,
άσε με να ‘μαι ο αέρας σε δυο χείλη,
μια περιπλανώμενη ελάχιστη πνοή
που ο αέρας θα σκορπίσει.

Ακόμη και το φως στον εαυτό του μέσα χάνεται.




[Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →
Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Τοπίο με την Πτώση του Ίκαρου - Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς

0 σχόλια

Τοπίο με την Πτώση του Ίκαρου*

Σύμφωνα με τον Μπρίγκελ
όταν κατέπεσε ο Ίκαρος
ήτανε άνοιξη

ένας αγρότης όργωνε
το χωράφι του
όλο το γιορτάσι

της χρονιάς ήτανε
ξύπνιο αναρριγώντας
δίπλα

στου πέλαγου την άκρη
να νοιάζεται
μόνο τον εαυτό του

ιδρώνοντας στον ήλιο
που των φτερών
έλιωσε το κερί

χωρίς σημασία
λίγο έξω απ’ την ακτή
ίσα

ένας παφλασμός ελάχιστος
ήτανε ο Ίκαρος
που πνίγονταν. 

*Αναφορά στον πίνακα Η πτώση του Ίκαρου του φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ Μπρίγκελ (1525-1569)


[Βιογραφικά στοιχεία του αμερικανού ποιητή Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς (1883-1963)]


[Μετάφραση από τα αγγλικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]


Συνέχεια →
Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Ρόμπερτ Λόουελ - Επίλογος (Epilogue)

0 σχόλια
Εκείνα τα ευλογημένα εργαλεία,
πλοκή και ομοιοκαταληξία...
γιατί βοήθεια δεν μου δίνουν τώρα
που θέλω να κάνω
κάτι της φαντασίας μου, κι όχι από μνήμης;
Ακούω τον θόρυβο της φωνής μου:
Του ζωγράφου η όραση φακός δεν είναι,
Τρέμει, το φως για να αγκαλιάσει.
Αλλά κάποιες φορές ό,τι κι αν γράφω
με του ματιού την ξεφτισμένη τέχνη
μοιάζει ενσταντανέ
γρήγορο κι υπερφωτισμένο,
φανταχτερό και ταξινομημένο,
πιο τονισμένο απ' τη ζωή,
μα από το γεγονός παραλυμένο.
Όλα γάμος αταίριαστος.
Γιατί όμως να μην πω τι έγινε;
Προσευχηθείτε για της ακρίβειας τη χάρη
που ο Βερμέερ έδωσε στο φως του ήλιου
όπως γλιστρά σαν την παλίρροια στον χάρτη
προς το κορίτσι του το στέρεο μες στην πεθυμιά.
Είμαστε φτωχά φευγαλέα γεγονότα,
γι' αυτό θέλει προσοχή, να δώσουμε
σε κάθε μορφή στη φωτογραφία
το ζωντανό της όνομα.
         (Τελευταίο ποίημα της συλλογής Day by Day, 1977)

[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
[Διαβάστε εδώ για τον Ρόμπερτ Λόουελ, και το ποίημά του Ιστορία.]
[Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο και εδώ ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλλει.]
Συνέχεια →
Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ - Μία τέχνη (One Art)

3 σχόλια
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα
να χαθούν που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι.

Χάνε κάτι κάθε μέρα. Αποδέξου το νευρίασμα
των χαμένων κλειδιών, της κακοξοδεμένης ώρας.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Ύστερα εξασκήσου να χάνεις περισσότερα, να χάνεις
γρηγορότερα: τόπους κι ονόματα, και το πού σκόπευες
να ταξιδέψεις. Τίποτα απ' αυτά καταστροφή δεν φέρνει.

Έχασα της μητέρας το ρολόι. Και κοίτα! το τελευταίο,
ή το προτελευταίο, από τρία αγαπημένα σπίτια πάει.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Έχασα δυο πόλεις, αξιολάτρευτες. Και, ακόμη πιο τεράστιους,
κάποιους δικούς μου κόσμους, δυο ποταμούς, μιαν ήπειρο.
Μου λείπουν, μα δεν ήταν δα καταστροφή.

Ακόμη και χάνοντας εσένα (την αστειευόμενη φωνή,
μια χειρονομία που αγαπώ) ψέματα δεν θα 'χω πει. Προφανώς
την τέχνη της απώλειας δεν παραείναι δύσκολο να μάθεις
αν και μπορεί να μοιάζει με (Γραφ' το!) με καταστροφή.

[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

[Η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop, 1911-1979) ήταν μία από τις σημαντικότερες μορφές της αμερικανικής ποίησης του 20ου αιώνα.]
[Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο.]
Συνέχεια →
Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Αν Σέξτον - Η αστροφόρα νύχτα (The Starry Night )

3 σχόλια

Αυτό δεν με εμποδίζει να νιώθω μια τρομερή ανάγκη για - να πω τη λέξη; - θρησκεία. Έπειτα βγαίνω έξω τη νύχτα να ζωγραφίσω τα αστέρια.
             Βίνσεντ Βαν Γκογκ σε ένα γράμμα στον αδερφό του

Η πόλη ανύπαρχτη
εκτός από κει όπου ένα δέντρο μαυρομάλλικο γλιστρά
σαν πνιγμένη γυναίκα προς τον καυτό ουρανό απάνω.
Η πόλη σιωπηλή. Η νύχτα βράζει με έντεκα αστέρια.
Ω αστροφόρα νύχτα! Να πώς
θέλω να πεθάνω.

Κινείται. Όλα είναι ζωντανά.
Ακόμη και το φεγγάρι φουσκώνει μες στα πορτοκαλί του σίδερα
να διώξει τα παιδιά, σαν θεός, από το μάτι του απάνω.
Καταπίνει το γέρικο ανείδωτο ερπετό τα αστέρια.
Ω αστροφόρα νύχτα! Να πώς
θέλω να πεθάνω:

μέσα σ' εκείνο της νυχτιάς το λάβρο τέρας,
από τον μέγα εκείνο δράκο ρουφηγμένη,
να φύγω απ' τη ζωή
δίχως σημαία,
δίχως κοιλιά,
δίχως κραυγή.

                                             (1962)

[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
[Διαβάστε εδώ βιογραφικά στοιχεία για την ποιήτρια και εδώ ακούστε την να απαγγέλλει το ποίημα - κατά τη διάρκεια της απαγγελίας βλέπουμε τον ομώνυμο πίνακα του Βαν Γκογκ.]

Συνέχεια →
Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Πάμπλο Νερούδα - Σονέτο XLV ("Εκατό ερωτικά σονέτα")

3 σχόλια

Μη μείνεις μακριά μου ούτε μια μέρα, γιατί να...
γιατί, πώς να στο πω, είναι μεγάλη η μέρα,
και θα σε περιμένω όπως στους σταθμούς
όταν να κοιμηθούν πάνε τα τρένα.

Μη φύγεις ούτε μιαν ώρα γιατί τότε
τούτη την ώρα μαζεύονται οι σταγόνες της αγρύπνιας
κι ίσως όλος εκείνος ο καπνός όπως θα ψάχνει σπίτι
έρθει να πνίξει τη χαμένη μου καρδιά.

Αχ να μη διαλυθεί ο ίσκιος σου στην άμμο,
αχ να μην πεταρίσουνε στην απουσία τα βλέφαρά σου:
μη φύγεις ούτε λεπτό, αγαπημένη,

γιατί ετούτο το λεπτό τόσο μακριά θα έχεις φύγει
που θα διασχίσω όλη τη γη ρωτώντας
αν θα γυρίσεις ή αν θα μ' αφήσεις να πεθαίνω.
                       
                                 (Πρώτη έκδοση: 1960)
[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
[Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο και εδώ βιογραφικά στοιχεία του ποιητή]
Συνέχεια →
Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Ιστορία - Ρόμπερτ Λόουελ (Robert Lowell)

0 σχόλια
Ιστορία

Η Ιστορία πρέπει να ζήσει με ό,τι ήταν εδώ,
αδράχνοντας και σχεδόν ψηλαφίζοντας ό,τι είχαμε...
είναι τόσο φριχτό και πληκτικό το πώς πεθαίνουμε,
αντίθετα απ' το γράψιμο, η ζωή δεν τελειώνει ποτέ.
Ο Άβελ ήταν τελειωμένος - ο θάνατος δεν είναι απόμακρος,
ένα μεγάλο τίποτα ηλεκτρίζει τον σκεπτικιστή,
τα βόδια του μαζεύονται σαν νεκροκεφαλές σε ηλεκτροφόρο σύρμα,
το μωρό του κλαίει όλη νύχτα σαν μηχανή καινούργια.
Όπως στις Βίβλους μας, λευκοπρόσωπο, αρπαχτικό,
το όμορφο, ομιχλομέθυστο του κυνηγού φεγγάρι ανεβαίνει...
ένα παιδί θα του έδινε πρόσωπο: δυο τρύπες, δυο τρύπες,
τα μάτια μου, το στόμα μου, ανάμεσα μιας νεκροκεφαλής μη-μύτη...
Ω, έχει μια τρομαχτική αθωότητα το πρόσωπό μου
ποτισμένο με το ασημένιο σώσμα πάχνης πρωινής.
                                                                                                  (1973)


[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Ο Ρόμπερτ Λόουελ (1917-1977) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς ποητές του 20ου αιώνα. Θεωρείται ιδρυτής του κινήματος της εξομολογητικής ποίησης (confessional poetry) που συμπεριλάμβανε ποιητές όπως ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, η Σύλβια Πλαθ, η Αν Σέξτον, κ.α. Κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου φυλακίστηκε ως αντιρρησίας συνείδησης, ενώ στη δεκαετία του '60 συμμετείχε στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα και αντιτάχθηκε στην εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ. Σύμφωνα με τη BiblioNet, ποιητικές του συλλογές δεν έχουν μεταφραστεί ποτέ στα ελληνικά.



Συνέχεια →
Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Τραγούδι για το τέλος του κόσμου - Τσέσλαβ Μίλος (Czeslaw Milosz)

0 σχόλια
Τραγούδι για το τέλος του κόσμου 

Τη μέρα που τελειώνει ο κόσμος
Μια μέλισσα τριγυρίζει ένα τριφύλλι,
Ένας ψαράς ματίζει δίχτυ αστραφτερό.
Χαρούμενα δελφίνια πηδούν στη θάλασσα,
Δίπλα στο λούκι της βροχής νεαρά σπουργίτια παίζουν
Και του φιδιού το δέρμα είναι χρυσό - όπως θα 'πρεπε πάντα να 'ναι.

Τη μέρα που τελειώνει ο κόσμος
Γυναίκες με ομπρέλες περπατούν στους κάμπους
Τον μεθυσμένο  ο ύπνος παίρνει στο γρασίδι,
Πλανόδιοι μανάβηδες φωνάζουνε στον δρόμο
Και μια βάρκα με κίτρινο πανί πλησιάζει στο νησί,
Η φωνή ενός βιολιού κρατάει στον αέρα
και φέρνει μια νυχτιά γεμάτη αστέρια.

Κι εκείνοι που περίμεναν βροντές και αστραπές
Απογοητεύονται.
Κι εκείνοι που περίμεναν σημάδια κι αρχαγγέλων σάλπιγγες
Δεν το πιστεύουν πως τώρα γίνεται.
Όσο ο ήλιος και το φεγγάρι είναι από πάνω,
Όσο ο μπάμπουρας κάθεται στο τριαντάφυλλο
Όσο γεννιούνται ρόδινα μωρά
Κανένας δεν πιστεύει πως τώρα γίνεται.

Μόνο ένας γέρος ασπρομάλλης, που θα 'τανε προφήτης,
Μα που δεν είναι προφήτης, για δεν του περισσεύει χρόνος,
Λέει και ξαναλέει καθώς τις ντοματιές του δένει:
Δεν θα υπάρξει άλλο του κόσμου τέλος,
Δεν θα υπάρξει άλλο του κόσμου τέλος.

                                    Βαρσοβία, 1944

 [Διαβάστε εδώ βιογραφικά στοιχεία κι εδώ συνέντευξη του ποιητή.]

(Μετάφραση από τα αγγλικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης)
Συνέχεια →
Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Μπαμπά [Daddy] - Σύλβια Πλαθ

2 σχόλια
Σύλβια Πλαθ
 Μπαμπά
                                                                                      
Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις
Άλλο πια, παπούτσι μαύρο
Που μέσα του έζησα σαν πόδι
Τριάντα χρόνια, αφελής και κακομοίρα,
Μετά βίας τολμούσα να ανασάνω ή να κάνω Αψού.

Μπαμπά, έπρεπε να σε σκοτώσω.
Πέθανες πριν βρω τον χρόνο…
Βαρύς σαν μάρμαρο, τσάντα γεμάτη με Θεό,
Άγαλμα φρικτό με ένα γκρίζο δάχτυλο στο πόδι
Μεγάλο σαν του Φρίσκο φώκια

Κι ένα κεφάλι  στον ιδιότροπο Ατλαντικό
Εκεί που πράσινο του φασολιού χύνεται μες στο μπλε
Στα νερά έξω από το όμορφο το Νώσετ.
Κάποτε προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη γλώσσα τη Γερμανική, στης Πολωνίας την πόλη
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα
Των πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Μα το όνομα της πόλης είναι πολύ κοινό.
Ο Πολωνός μου φίλος

Λέει πως υπάρχουν καμιά εικοσαριά.
Έτσι λοιπόν δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω πού
Πάτησες το πόδι σου, τη ρίζα σου,
Ποτέ δεν μπόρεσα να σου μιλήσω.
Η γλώσσα κόλλαγε στα δόντια μου.

Κόλλαγε στα αγκάθια ενός συρματοπλέγματος.
Ich, ich, ich, ich,
Με το ζόρι μπορούσα να μιλήσω.
Νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα πρόστυχη

Μια μηχανή, μια μηχανή
Που σαν Εβραία με ξεπέταγε.
Μια Εβραία στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα να μιλάω σαν Εβραία.
Νομίζω κάλλιστα μπορεί να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τυρόλου, η μπύρα η διάφανη της Βιέννης
Δεν είναι και πολύ αγνά ή αληθινά.
Με την τσιγγάνα πρόγονό μου και την τύχη την αλλόκοτη
Και την Ταρό μου τράπουλα και την Ταρό μου τράπουλα
Μπορεί να είμαι λίγο Εβραία.

Πάντα σε φοβόμουνα
Με τη Λουφτβάφε σου, τις μπούρδες σου
Και το περιποιημένο σου μουστάκι
Και το Άρειο το μάτι σου, λαμπερό γαλάζιο.
Άνθρωπε-panzer, panzer, Ω Εσύ…

Όχι Θεός αλλά μια σβάστικα
Τόσο μαύρη που κανείς ουρανός δεν θα τρυπούσε.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν Φασίστα,
Στο πρόσωπο την μπότα, την κτηνώδη
Κτηνώδη καρδιά ενός κτήνους σαν κι εσένα.

Στέκεσαι μπρος στον πίνακα, μπαμπά,
Στη φωτογραφία που έχω από σένα,
Το πιγούνι σου διχαλωτό κι όχι το πόδι
Μα όχι λιγότερο διαβολικός, όχι ούτε
Καθόλου λιγότερο ο μαύρος άντρας που στα δυο

Έκοψε με τα δόντια του την κόκκινη όμορφη καρδιά μου.
Ήμουνα δέκα όταν σε θάψανε.
Στα είκοσί μου να πεθάνω θέλησα
Και να γυρίσω πίσω, πίσω, πίσω σε σένα.
Σκέφτηκα πως ακόμη και τα κόκαλα θα αρκούσαν.

Μα με βγάλανε από τον σάκο,
Και με ξανακολλήσανε.
Και τότε κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω.
Έφτιαξα ένα ομοίωμά σου,
Έναν άντρα στα μαύρα με βλέμμα Meinkampf

Και αγάπη για τη βίδα και τη μέγγενη.
Και είπα δέχομαι, ναι.
Έτσι μπαμπά, επιτέλους τέλειωσα.
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζώθηκε,
Από μέσα του δεν θα ξανασυρθούν φωνές.

Αν έναν άντρα σκότωσα, έχω σκοτώσει δύο…
Τον βρικόλακα που έλεγε πως είσαι εσύ
Και μου έπινε το αίμα για ένα χρόνο,
Εφτά χρόνια, αν θες να ξέρεις.
Μπαμπά, ξάπλωσε τώρα.

Στη μαύρη σου χοντρή καρδιά ένα παλούκι
Κι οι χωρικοί ποτέ δεν σε συμπάθησαν.
Χορεύουνε και σε ποδοπατούν.
Πως ήσουν εσύ πάντα το ξέραν.
Μπαμπά, μπαμπά, γαμώτο σου, τέλειωσα.




[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Σημειώσεις:

- "με ένα γκρίζο δάχτυλο στο πόδι" : Ο πατέρας της Πλαθ, Ότο Πλαθ, καθηγητής Γερμανικών και Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, είχε πάθει γάγγραινα στο πόδι, ως επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη από τον οποίον υπέφερε.
- "Νώσετ": παραλία βόρεια της Βοστόνης, τόπος παιδικών διακοπών της ποιήτριας.
- "Στης Πολωνίας την πόλη": Grabow, πόλη στην οποία γεννήθηκε ο Ότο Πλαθ.

- "panzer": σημαίνει πανοπλία στα γερμανικά. Επίσης, τύπος αρμάτων μάχης στον Β' Παγκόσμιο. 
- "Meinkampf": "Ο Αγών μου" - αυτοβιογραφικό και προπαγανδιστικό βιβλίο του Χίτλερ.
- άλλα γερμανικά στο κείμενο: Ich=Εγώ, Ach, du=Ω, εσύ

[Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο κι εδώ δείτε την ποιήτρια να απαγγέλλει το ποίημα.]
Συνέχεια →

Ετικέτες