Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιώτης Αλεξανδρίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιώτης Αλεξανδρίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Πες όλη την αλήθεια [αρ. 1129] - Έμιλι Ντίκινσον

0 σχόλια

Πες όλη την αλήθεια μα πες την πλάγια –
Το μυστικό είναι στις Περιστροφές
Ζαλίζει την αδύναμή μας Τέρψη
Το εξαίσιο της Αλήθειας ξάφνιασμα
Όπως της Αστραπής η εξήγηση
Δίνεται στα Παιδιά με τρόπο
Πρέπει σιγά-σιγά η Αλήθεια να θαμπώνει
Αλλιώς θα τυφλωνόνταν όλοι –








[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο.
Συνέχεια →
Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Το blues της ανεργίας - Παναγιώτης Βλάχος

0 σχόλια
Αποτέλεσμα εικόνας για βλαχος της ανεργιαςΌταν μια φίλη μού σύστησε να διαβάσω το Μπλουζ της ανεργίας του Παναγιώτη Βλάχου [εκδόσεις Κέδρος] και αποφάσισα να το στριμώξω – τις σχεδόν 600 σελίδες του! - στο αναγνωστικό μου πρόγραμμα, φοβόμουν ότι θα είχα να κάνω με ένα αναμενόμενο βιβλίο για την κρίση. Κάτι προβλέψιμο, κάτι ανάμεσα στην αυτολύπηση και στη φλυαρία. Ομολογώ πως δεν περίμενα ένα τόσο οικείο και συνάμα τόσο συναρπαστικό μυθιστόρημα. Όσο προχωρούσα, τόσο με κέρδιζε. Μέχρι που άρχισα να ζω – όπως συμβαίνει με την καλή λογοτεχνία – μαζί με τους ήρωές του, συμμετέχοντας στην καθημερινότητά τους σαν να ήταν κομμάτι της δικής μου ζωής, με τις γάτες τους να μπλέκονται συνέχεια στα πόδια μου.΄

Η κεντρική ηρωίδα, η Αλεξάνδρα, το 2010, παραιτείται από τη θέση της στον εκδοτικό οίκο όπου εργάζεται – κυρίως επειδή νιώθει να έρχεται σε σύγκρουση με τη συνείδησή της [σσ. 184-185/213] – και οι επιπτώσεις της ανεργίας της απλώνονται σε όλη της τη ζωή και στη σχέση της με τον σύντροφό της, τον Πέτρο. Ο Πέτρος είναι το άλλο κεντρικό πρόσωπο. Οι επαγγελματικές του ασχολίες περιγράφονται μάλλον αόριστα. Πιθανολογώ ότι τις μοιράζεται με τον ίδιο τον συγγραφέα [δηλ. εκπονεί οικονομικές μελέτες], ενώ η συγγραφική περσόνα του Παναγιώτη Βλάχου ίσως κάνει μία cameo εμφάνιση προς το τέλος του μυθιστορήματος ως misfit [=περιθωριακός, αταίριαστος, απροσάρμοστος], όπως τον αποκαλούν. Με αφετηρία την ανεργία της Αλεξάνδρας, ο Π. Β. ξεκινά το «κουτσό» στον χρόνο [για να αναφερθώ στο εμβληματικό μυθιστόρημα του Κορτάσαρ, που παίζει κι αυτό τον ρόλο του στο βιβλίο, σσ. 159, 496 – η Αλεξάνδρα το λατρεύει]. Μπρος-πίσω σε όλα τα χρόνια από τη μεταπολίτευση μέχρι το 2015, με στιγμιότυπα-ξυραφιές που ανοίγουν τομές στο σώμα της ζωής των ηρώων ώστε ο συγγραφέας να παρατηρεί, να περιγράφει, να εξηγεί ή, συχνότερα, να αφήνει  τον αναγνώστη να ερμηνεύει τα δρώμενα.

Η σχέση του Πέτρου και της Αλεξάνδρας περνάει κι αυτή τις εντάσεις της. Γοητευτική και άκρως ενδιαφέρουσα η ηρωίδα, αλλά ταυτόχρονα περίπλοκη, τζαναμπέτισσα και ανεξάρτητη, σαν τις γάτες που λατρεύει – όχι λιγότερο δύσκολος ο Πέτρος. Αναζητούν και οι δύο μια (τελικά, ασταθή) ισορροπία ανάμεσα στην εγγύτητα που φέρνει ο έρωτας και στη διατήρηση του προσωπικού τους χώρου. Πέρα από τις ζωές των δύο βασικών χαρακτήρων, από το μυθιστόρημα παρελαύνουν μια σειρά δευτερεύοντες ήρωες, που ο καθένας με το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του και τη διαφορετικότητά του φωτίζουν μια ολόκληρη εποχή. Άλλωστε, πολύ χαρακτηριστικά, ο Αλέξανδρος, ο αγαπημένος θείος της Αλεξάνδρας, αριστερός διανοούμενος παλιάς κοπής, της λέει: «Η Ελλάδα δεν είναι μόνο μία, αγάπη μου, ούτε ο τρόπος για να ζει κανείς είναι ένας και μοναδικός.» [σ. 210] Από τον χρηματομεσίτη Ιάκωβο, τον παιδικό φίλο του Αλέξανδρου, που παρότι ταγμένος στο κυνήγι της προσωπικής του κερδοφορίας, προβλέπει με εξαιρετική διαύγεια το μέλλον της παγκόσμιας και της ελληνικής οικονομίας [«ξέρουμε το φάρμακο, μένει να βρούμε την ασθένεια»] ως τον πολιτικό μηχανικό και στέλεχος του ΚΚΕ Αργύρη και τον ζωγράφο Νάσο, οι ήρωες δεν είναι ποτέ μονοδιάστατοι, συμπεριλαμβανομένου του εκ πρώτης όψεως «εικονοποιημένου» θείου Αλέξανδρου.

Αυτό που όμως κυρίως κάνει τη διαφορά στο μυθιστόρημα είναι η γλώσσα. Λιτή όταν χρειάζεται [σχεδόν ρεπορτάζ] αλλά και χυμώδης αλλού, προσαρμόζεται εντυπωσιακά όταν την αφήγηση αναλαμβάνουν άλλες – πλην του κύριου αφηγητή, του Πέτρου – φωνές, της Αλεξάνδρας ή της μητέρας της, ή όταν π.χ. περιγράφει το επεισόδιο με τον γάτο, τον Τσίου, στην Εύβοια, το οποίο οργανώνει σαν θεατρικό έργο.

Ένα άλλο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η ευρυμάθεια του συγγραφέα, όπως αναδεικνύεται μέσα από τις αναφορές σε βιβλία, ταινίες, τραγούδια [ευρύς κατάλογός τους υπάρχει στο τέλος της έκδοσης], αλλά και την αναπαράσταση του εκδοτικού χώρου, του χρηματιστικού κόσμου του Ιάκωβου, των ελληνικών, λονδρέζικων και δουβλινέζικων μπαρ, κλαμπ και παμπ. Εξάλλου, από μόνο του το γεγονός της συμπερίληψης τόσων χαρακτήρων απαιτεί γνώσεις και δουλειά και πολύ καλό στήσιμο για να μην καταρρεύσει το όλο μυθιστορηματικό οικοδόμημα. Εδώ όχι απλώς δεν καταρρέει, αλλά απογειώνεται σελίδα τη σελίδα.

Στο Μπλουζ της ανεργίας αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και την εποχή μας. Οι καταλήψεις ενάντια στον νόμο 815 για τα ΑΕΙ, το 1979, τα χρόνια του ΠΑΣΟΚ,  οι δολοφονίες Κουμή-Κανελλοπούλου [16/11/1980], Μιχάλη Καλτεζά [17/11/1985], Αλέξη Γρηγορόπουλου [6/12/2008], θυμάτων της αστυνομικής βίας, η εποχή της κρίσης, οι Αγανακτισμένοι, η αυξημένη επιρροή του φασιστικού μορφώματος, οι εκλογές και το δημοψήφισμα του 2015: μερικά μόνο από τα κομβικά σημεία, δοσμένα μέσα από τις επιπτώσεις τους στην καθημερινή ζωή των χαρακτήρων του, που συνήθως συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά δρώμενα. Όλα αυτά δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη να αναθυμηθεί τα γεγονότα και ίσως να στοχαστεί τις αιτίες που μας έφεραν εδώ.

Όμως, σε καμιά περίπτωση το Μπλουζ της ανεργίας δεν σε καταθλίβει, δεν σε πνίγει. Αντίθετα, μέσα από την καθαρή ματιά και την περηφάνια των ηρώων του, την αλληλεγγύη και τις δυνατές φιλίες, τον έρωτα και όλες τις μικρές αγάπες, ο κόσμος του Παναγιώτη Βλάχου - λαβωμένος αλλά ζωντανός - δείχνει ικανός να ξεπεράσει τη βαθιά του κρίση.



[Το κείμενο στηρίχτηκε στη συμβολή μου στην παρουσίαση του μυθιστορήματος στο La Petite Cantine, στον Βόλο, στις 26 Απριλίου 2017.]

Διαβάστε εδώ εργοβιογραφικά στοιχεία του Παναγιώτη Βλάχου από τη βάση δεδομένων της BiblioNet.


Συνέχεια →
Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Συνέντευξη του Ζάουμε Καμπρέ για το Confiteor

3 σχόλια
https://www.guernicamag.com/wp-content/uploads/2015/01/JUAME-CABRE-by-Anita-Sethi_550.jpg
Η συνέντευξη του Ζάουμε Καμπρέ δόθηκε στο αγγλόφωνο περιοδικό Guernica και δημοσιεύτηκε στις 15 Ιανουαρίου 2015.

Ε: Η γλώσσα και η ταυτότητα είναι δυο πολύ δυνατά θέματα στο Confiteor*. Από μικρός ο Αντριά έχει «έφεση στις γλώσσες» και θεωρείται ότι μπορεί να μάθει δέκα. Και γράφετε: «Δεν κατοικούμε μια χώρα. κατοικούμε μια γλώσσα.» Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;
Α: Τα Καταλανικά αντιμετώπισαν διώξεις και απαγορεύσεις, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο αλλά και πριν από αυτή, από την άφιξη των Βουρβόνων στην Ισπανία. Για κάποια σαν εσάς που είστε Βρετανίδα πολίτης αυτό μπορεί να φαίνεται παράξενο. Πώς μπορείς να απαγορεύσεις μια γλώσσα; Προκύπτει ότι μπορείς. Στη δικτατορία ήταν παράνομο να μιλάς Καταλανικά. Είναι μια εμπειρία που όλοι οι Καταλανοί είχαμε στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Κάποιοι πολύ πιο έντονα από άλλους, αλλά είναι κάτι που όλοι μοιραστήκαμε.
Όταν διαβάζεις αυτό που λέει ο Τζορτζ Στάινερ για τη γλώσσα – ότι η γλώσσα καταλαμβάνει ένα σύμπαν – βλέπεις πόσο φοβερή παγκόσμια καταστροφή είναι ο θάνατος μιας γλώσσας. Κάθε χρόνο, σ’ αυτόν τον κόσμο, αρκετές γλώσσας πραγματικά πεθαίνουν. Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες γλώσσες που έχουν εξασφαλισμένη την επιβίωσή τους για πολλά χρόνια, όπως τα Αγγλικά, αλλά υπάρχουν άλλες των οποίων η επιβίωση δεν είναι και τόσο βέβαιη, όπως τα Καταλανικά, ιδιαίτερα αν δεν έχουν ένα κράτος να τις προστατεύει. Τα Καταλανικά μιλιούνται στην Καταλονία, στη Βαλένθια, στις Βαλεαρίδες Νήσους και στην Ανδόρα. Περίπου δέκα εκατομμύρια τα καταλαβαίνουν και οκτώμιση εκατομμύρια τα μιλάνε. Αλλά το μέλλον τους είναι λιγότερο βέβαιο από, λόγου χάρη, τα Δανέζικα, τα Σλοβάκικα ή τα Λετονικά, επειδή αυτά έχουν κράτος.

Ε: Το μυθιστόρημα διερευνά τη σύγκρουση του ατόμου με την κοινωνία και το προσωπικό συνυφαίνεται δεξιοτεχνικά με το πολιτικό και το φιλοσοφικό.
Α: Με ενδιαφέρει η Ιστορία των ιδεών. Δημιουργώ ένα παράδοξο μέσα στο μυθιστόρημα: από τη μια μεριά βλέπεις τη δύναμη της Ευρωπαϊκής κουλτούρας και την ίδια στιγμή την Ευρωπαϊκή βαναυσότητα. Για μένα είναι ένα παράδοξο στο οποίο δεν μπορεί να δοθεί λύση. Αυτό με κρατούσε να συνεχίζω να γράφω το μυθιστόρημα.
Προσπαθώ να πετύχω να φτιάχνω τους χαρακτήρες μου να μοιάζουν αληθινοί άνθρωποι ώστε ο αναγνώστης να τους βιώνει σαν τέτοιους – είναι κάτι που το παλεύω σ’ όλη μου τη ζωή. Δεν θα μπορούσα να είχα γράψει αυτό το μυθιστόρημα στα 20 ή στα 30 μου για τεχνικούς λόγους – δεν κατείχα την τεχνική τότε – αλλά πάνω απ’ όλα γιατί δεν είχα τις εμπειρίες ζωής που έχω τώρα στα 67 μου.
Πάντα διαβάζω, και μαθαίνεις πολλά διαβάζοντας. Όταν ήμουν 25, διάβαζα πολύ αλλά δεν είχα πολύ διάβασμα πίσω μου.

Ε: Ποιοι συγγραφείς σάς επηρέασαν;
Α: Διαβάζω πολλή ποίηση. Κάθε είδος ποίησης, αλλά κυρίως Καταλανική, γιατί πιστεύω πως η ποίηση είναι η ουσία της γλώσσας. Η κλασική ποίηση, είτε μεσαιωνική είτε σύγχρονη, μου δίνει τη στιλιστική ενέργεια που με ενδιαφέρει.
Διαβάζω κάθε είδος λογοτεχνίας, μυθιστορήματα σε μετάφραση ή όχι. Σέξπιρ, Τολστόι, Τόμας Μαν, Προυστ, Τζέιμς Τζόις – αυτοί είναι οι βασικοί συγγραφείς για μένα. Διαβάζω επίσης Καταλανούς πεζογράφους, αλλά είμαι παμφάγος όσον αφορά το διάβασμα Ρωσικής και Γερμανικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Μου αρέσει να επηρεάζομαι, είμαι ανοιχτός σε επιδράσεις.

Ε: Θέλατε ανέκαθεν να γίνετε συγγραφέας;
Α: Το σπίτι των γονιών μου είχε πολλά βιβλία. Ήμασταν πέντε αδέρφια και όλοι διαβάζαμε. Έτσι όταν έφυγα από το σπίτι, είχα ήδη διαβάσει πολλά βιβλία και ήθελα να διαβάσω περισσότερα. Τότε άρχισε η επιθυμία μου να γράψω. Αλλά δεν ήταν κάποια θεία επιφοίτηση με Χερουβείμ και Σεραφείμ από ψηλά. Όχι για μένα, τουλάχιστον.
Αφού ήμασταν πέντε αδέρφια κι εγώ ήμουν ο τέταρτος, καθώς μεγάλωναν και έφευγαν έπαιρνα ή καταλάμβανα τα δωμάτιά τους. Θυμάμαι πως, στο τελευταίο δωμάτιο που κατέλαβα, έγραψα ότι πραγματικά απολάμβανα το διάβασμα κι ότι τώρα ήθελα να δω αν μπορούσα να δημιουργήσω έναν χαρακτήρα και να τον κάνω να κινείται. Θυμάμαι πως η ιστορία ήταν πολύ μικρή – για ένα αγόρι στην ηλικία μου που πήγε με το ποδήλατό του στην κρήνη, ήπιε και γύρισε. Συναρπαστική πλοκή! Τη διάβασα και είπα: «Κοίτα, τον έκανα να κινείται.» Αλλά μετά σκέφτηκα: «Ποιος είναι, από πού έρχεται, πού πηγαίνει;»
Κάτι άλλο που άρχισα να κάνω εκείνη την εποχή περίπου, όταν ερωτεύτηκα το μυθιστόρημα – θύμωνα όταν ένα βιβλίο τέλειωνε κι έτσι έγραφα τη συνέχεια του μυθιστορήματος που διάβαζα. Κι αυτό είχε ένα πλεονέκτημα. Το μυθιστόρημα είχε ένα ύφος που μιμούμουν. Για αρκετές μέρες συνέχιζα την ιστορία και την άλλαζα – για παράδειγμα, ξαναζωντάνευα χαρακτήρες.

Ε: Περιγράφετε ότι θέλατε να κάνετε έναν χαρακτήρα να «κινείται». Οι χαρακτήρες σας κινούνται γεωγραφικά, αλλά "κινούν" και τα συναισθήματα των αναγνωστών.
Α: Σε ένα παλαιότερο μυθιστόρημά μου, στη Señoría, ένας σημαντικός χαρακτήρας πεθαίνει στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος. Διαδραματίζεται στη Βαρκελώνη στα τέλη του 18ου αιώνα και ο ήρωας πεθαίνει υπό σκοτεινές συνθήκες. Σκεφτόμουν ότι ίσως κάποιος θα ερχόταν να τον σώσει αλλά κανείς δεν ήρθε. Επηρεάστηκα τόσο από τον θάνατό του που για δέκα μέρες μού ήταν αδύνατο να γράψω. Αλλά συνήρθα και συνέχισα το γράψιμο. Διάφοροι αναγνώστες μού είπαν πως είχαν παρόμοια συναισθήματα με τα δικά μου όταν έγραφα. Και είμαι πεπεισμένος πως αν δεν είχα επηρεαστεί τόσο, ούτε ο αναγνώστης θα επηρεαζόταν. Έτσι λοιπόν παίρνω όλους τους χαρακτήρες μου στα σοβαρά – τους κεντρικούς, τους δευτερεύοντες, τους κομπάρσους. Ακόμη κι αν εμφανίζονται μόνο μια φορά, πρέπει να έχουν τη δική τους ζωή. Κάποιοι απουσιάζουν λογοτεχνικά αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ, πολύ παρόντες.

Ε: Γιατί βάλατε το θέμα της μουσικής στο Confiteor;
Α: Το βιολί μπήκε από μόνο του στην ιστορία. Δεν είχα προβλέψει ότι το βιολί θα ήταν ένας από τους βασικούς άξονες του μυθιστορήματος, αλλά από τη στιγμή που έφτιαξα τον πατέρα ως έναν χαρακτήρα που τον ενδιαφέρουν οι αντίκες, είχα την ιδέα πως ένα συγκεκριμένο αντικείμενο θα συνόδευε τον Αντριά σε όλη του τη ζωή. Αυτό έγινε το βιολί, το οποίο είναι ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του πατέρα του και του τραγικού του τέλους.
Το βιολί έχει επίσης και μια συμβολική διάσταση. Έτσι άρχισα να το βλέπω κάπως διαφορετικά. Ο Αντριά ανήκει στη ζωή του βιολιού, γιατί η ζωή του βιολιού έχει πολύ, πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από τη ζωή του Αντριά ή του πατέρα του. Αυτό λοιπόν με τράβηξε στο παρελθόν και ακολούθησα την ιστορία του βιολιού.
Μια και μου πήρε οκτώ χρόνια να γράψω το μυθιστόρημα, είχα χρόνο να το σκεφτώ. Με ενδιέφεραν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου τού από πού ήταν το ξύλο από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το βιολί. Αυτό με πήγε σε όλη την οικογένεια, στα αδέρφια που ζούσαν από την ξυλεία του δάσους. Αυτό ήταν ένα ολόκληρο διαφορετικό σύμπαν. Κι ύστερα χρειάστηκε να το ενσωματώσω στο υπόλοιπο μυθιστόρημα χωρίς να φαίνονται οι ραφές. Σκεφτόμουν: «Βρήκα το δέντρο, ας πάω στον σπόρο.» Ανακαλύπτω πράγματα μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής.
Θυμάμαι που περπατούσα κοντά σε ένα μοναστήρι με τη γυναίκα μου και τον αδερφό μου, ο οποίος είναι βιολόγος. Του εξηγούσα πως είχα γράψει για το ξύλο εκείνης της περιοχής και μου είπε ότι οι σπόροι μπορεί να βρίσκονται εν υπνώσει για πολλά, πολλά χρόνια, ακόμη και για αιώνες. Έμεινα άναυδος. Στη διαδικασία της συγγραφής υπάρχουν πάντα τέτοιες στιγμές αποκάλυψης.

Ε: Το μυθιστόρημα είναι πλούσιο σε λεπτομέρειες. Μπορείτε να περιγράψετε τις ερευνητικές διαδικασίες που ακολουθήσατε;
Α: Στην πορεία, για ορισμένα πράγματα συνειδητοποιείς: «Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό.» Σκέφτεσαι: «Θα φαίνεται γελοίο αυτό;» Οπότε ενόχλησα πάνω από εκατό διαφορετικούς ανθρώπους στη διαδρομή αυτού του βιβλίου. Κι όταν το τελείωσα, το έδωσα σε έξι-εφτά αναγνώστες που εμπιστεύομαι, που είναι πάντα οι ίδιοι, αλλά το έδωσα και σε έναν αδερφό μου που είναι γιατρός και του ζήτησα να το διαβάσει. Με βοήθησε πολύ. Είναι καλό να έχεις μια ομάδα αναγνωστών που εμπιστεύεσαι. Καθώς τα παιδιά μου έχουν μεγαλώσει, μπήκαν κι αυτά στην ομάδα. Όταν βρουν κάτι, θα μου το πουν – ή θα σιωπήσουν για πάντα.
Η έρευνα είναι απαραίτητη. Όμως, πρέπει να προσέχεις να μην πέσεις στην παγίδα της. Πρέπει να σου μένει χρόνος και για το γράψιμο. Για να αποφύγω την παγίδα, απλώς ρίχνομαι στην άβυσσο ενώ ταυτόχρονα γνωρίζω πως αν έχω στα χέρια μου μια πληροφορία για την οποία δεν ξέρω αρκετά, πρέπει να βρω κάποιον να μιλήσω γι’ αυτή.

Ε: Το ζήτημα της αδυναμίας γνώσης εμφανίζεται στο Confiteor. Ο αφηγητής λέει ότι «υπάρχουν τμήματα της ψυχής που δεν πιστεύω ότι γνωρίζεις πραγματικά γιατί σε κάθε περίπτωση είναι αδύνατο να γνωρίζεις κάποιον απόλυτα.»
Α: Ο αναγνώστης διαθέτει πληροφορίες για τους χαρακτήρες που οι ίδιοι οι χαρακτήρες δεν διαθέτουν. Όλοι έχουμε τις κρυφές μας πλευρές. Ακόμη κι εγώ συνειδητοποιώ πράγματα για τους χαρακτήρες μου μόνο μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής, όπως προχωράω.
Νομίζω πως αυτό ισχύει και στην πραγματική ζωή – ποτέ δεν γνωρίζουμε κάποιον απόλυτα. Τα μυστικά είναι σημαντικά για να δημιουργηθεί ένα αληθοφανές αφηγηματικό έργο. Οι χαρακτήρες έρχονται στον μυθιστορηματικό κόσμο με τα μυστικά τους, όπως συμβαίνει με όλους μας. Όσο ειλικρινείς και να προσπαθούμε να είμαστε στις σχέσεις μας, ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάποιον απόλυτα. Από αφηγηματική σκοπιά, είναι πολύ σημαντικό και ευχάριστο – θέλεις να υπάρχουν αυτά τα μυστικά. Το μυστικό είναι ουσιώδες μέρος της δημιουργίας του μυθιστορήματος.

Ε: Το βιβλίο καταπιάνεται επίσης με τη μνήμη, και με το ζήτημα της ανάκλησης των αναμνήσεων. Σας συνάρπαζε πάντα αυτό;
Α: Με ενδιαφέρει το πώς η μνήμη και η εξουσία υπεισέρχονται μαζί στο κακό. Είναι εμμονές μου που υπάρχουν σε διάφορα σημεία του βιβλίου, σαν το θέμα της μουσικής. Ξέρω πως εδώ κι εκεί κάποια εμμονή μου θα εμφανιστεί. Δεν ξέρετε πόσα γλιτώνω σε έξοδα για ψυχίατρους με αυτό το γράψιμο!
Το αντίθετο της μνήμης – η ιδέα της λήθης – ήταν η αφετηρία για ένα μυθιστόρημα που τιτλοφορείται L’ombra del eunuch [Η σκιά του ευνούχου]. Τα παιδιά μου γνώρισαν τον πατέρα μου, αλλά όχι τη μητέρα μου, και δεν γνώρισαν κανέναν από τους παππούδες μου. Γνώρισαν μία από τις γιαγιάδες της γυναίκας μου, αλλά όχι τον πατέρα της. Τα παιδιά των παιδιών μου δεν γνώρισαν κανέναν από εκείνη τη γενιά – έτσι είναι η ζωή, συμβαίνει σε όλες τις οικογένειες. Αλλά σκέφτεσαι: «Πώς μπορώ να τους διασώσω από τη λήθη;»

Ε: Ένας από τους χαρακτήρες σας λέει: «Ξέρω πως βγάζω απ’ το μυαλό μου διάφορα. Αλλά και πάλι λέω την αλήθεια.»
Α: Χαίρομαι που το προσέξατε αυτό, καθώς η ουσία του μυθιστοριογράφου είναι να επινοεί ιστορίες και ταυτόχρονα να λέει την αλήθεια. Και ο Αντριά το καταλαβαίνει αυτό πολύ καλά. Ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνει να εκφράζει κάποια πράγματα είναι επινοώντας πολλά απ’ αυτά, αλλά μέσα από αυτά τα «ψέματα» θα δεις την αλήθεια. Για μένα αυτή είναι μία από τις ουσιώδεις πλευρές της αφήγησης. Με ενοχλεί όταν ακούω κάποιον μυθιστοριογράφο να λέει πως η δουλειά μας είναι να γράφουμε ψέματα. Οι μυθιστοριογράφοι μιλάνε την αλήθεια.

Ε: Το έργο σας έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Πιστεύετε πως η ανταπόκριση του κοινού διαφέρει ανάλογα με το από ποιο μέρος του κόσμου είναι ο αναγνώστης;

Α: Μεθαύριο πηγαίνω στην Πολωνία και σύντομα στη Βουδαπέστη. Παντού βρίσκεις αναγνώστες που ενδιαφέρονται, παρόλο που η ιστορία διαδραματίζεται εδώ, σ’ αυτή ακριβώς τη γειτονιά. Δεν έχει σημασία ο τόπος όπου διαδραματίζεται αν υπάρχει η πρόθεση να την κάνεις παγκόσμια. Αυτό προσπαθώ να πετύχω.

* Ο μεταφραστής του μυθιστορήματος δηλώνει πως ο συγγραφέας ζήτησε να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος της ελληνικής έκδοσης το λατινικό ρήμα confiteor, που σημαίνει ομολογώ, εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου. Όμως ο πρωτότυπος τίτλος είναι στα καταλανικά Jo confesso, στα ισπανικά Yo confiesco και στα αγγλικά μεταφράστηκε ως Confessions. Το μυθιστόρημα θα συζητηθεί στην επόμενη συνάντηση της λέσχης μας, στις 23 Οκτωβρίου 2016.

Ο Ζάουμε Καμπρέ (Jaume Cabre) γεννήθηκε το 1947 στη Βαρκελώνη. Σπούδασε καταλανική φιλολογία. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Λέριδα. Είναι επίσης μέλος του Ινστιτούτου Καταλανικών Σπουδών. Εδώ και χρόνια συνδυάζει επαγγελματικά την εκπαίδευση και τη συγγραφή. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, τηλεοπτικά και κινηματογραφικά σενάρια. Στα ελληνικά, εκτός από το Confiteor [εκδόσεις Πόλις], κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος το μυθιστόρημα Οι φωνές του Ποταμού Παμάνο.

[Μετάφραση της συνέντευξης από τα αγγλικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →
Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Συνέντευξη Χαβιέρ Θέρκας με αφορμή το μυθιστόρημα "Οι νόμοι των συνόρων"

0 σχόλια
Συνέντευξη του Χαβιέρ Θέρκας στο el diario www.eldiario.es  στις 3/4/2013 στον Sergio Collado – Girona.

Πέρα από τη συγκεκριμένη ιστορία, τι προσθέτουν «Οι νόμοι των συνόρων» στη βιβλιογραφία σας;
Όλα τα βιβλία που γράφω μου φαίνονται ότι είναι διαφορετικά και όλα με κάποιον τρόπο μοιάζουν γιατί τα έχω γράψει εγώ. Τα βιβλία δεν απαντούν στα ερωτήματα που τίθενται αν δεν δομηθούν με τον πιο σύνθετο πιθανό τρόπο. Και καθώς το ερώτημα που τίθεται είναι διαφορετικό σε κάθε βιβλίο, ο τρόπος που δομούνται είναι διαφορετικός. Είναι πολύ συνηθισμένο εμείς οι συγγραφείς να κάνουμε κόλπα: αν ένα βιβλίο σού άρεσε, το επόμενο είναι λίγο-πολύ το προηγούμενο μεταμφιεσμένο… εγώ προσπαθώ πάντα να το αποφεύγω αυτό.
Μοιάζει παραδοξότητα ή μια πάλη του συγγραφέα με τον εαυτό του…
Αυτό το βιβλίο δεν θα πρέπει να μοιάζει σε τίποτα με τα προηγούμενά μου και ταυτόχρονα να μοιάζει πολύ γιατί οι εμμονές μου, ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα, είναι αυτό που είναι. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινείται ο συγγραφέας που προσπαθεί, όπως εγώ, να συλλάβει την αλήθεια, δημιουργώντας παραλλαγές πάνω σε μια σειρά θεμάτων.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως το μυθιστόρημα αυτό είναι ένας συνδυασμός λογοτεχνικών ειδών;
Το μυθιστόρημα κατά βάση είναι μια εκτεταμένη και σύνθετη ιστορία έρωτα ανάμεσα σε τρία άτομα, γεμάτη αμφισημίες και σκοτεινά σημεία.
Πιθανόν να έχει στοιχεία νουάρ… Γράφω αντι-αστυνομικά παρά αστυνομικά μυθιστορήματα: ποτέ δεν μαθαίνεις στο τέλος ποιος σκότωσε ποιον. Αυτό είναι το κέντρο του βιβλίου. Ένα φίλος μου ποιητής, ο Κάρλος Μαρθάλ, λέει πως γράφω υπαρξιακά θρίλερ, θρίλερ στα οποία το να ανακαλύψεις ποιος έκανε τι θέτει ηθικά και πολιτικά ζητήματα, δεν είναι σαν απλώς να λύνεις ένα σταυρόλεξο.
Έγραψες από μνήμης το πρώτο μέρος του βιβλίου που διαδραματίζεται το καλοκαίρι του ’78;
Όχι, πάντα κάνω έρευνα πριν γράψω. Είναι, όπως λέει ο Βάργκας Γιόσα, σαν να «ψεύδεσαι με την αλήθεια», κάτι για το οποίο χρειάζεται έρευνα. Βέβαια, άντλησα επίσης από τη μνήμη μου, αλλά υπάρχουν λεπτομέρειες που χρειάστηκα να τις ψάξω σε αρχεία ή να τις συζητήσω με πρόσωπα που τις γνώριζαν.
Όμως από την άλλη δεν σου αρέσει η ετικέτα του «ιστορικού μυθιστορήματος»…
Απεχθάνομαι την ετικέτα του «ιστορικού μυθιστορήματος». Μου φαίνεται οξύμωρο, μια αντίφαση: ή είναι μυθιστόρημα ή είναι Ιστορία, αλλά και τα δυο μαζί όχι… Δεν γράφω ιστορικά μυθιστορήματα, γράφω μυθιστορήματα με ιστορική αίσθηση, όπου η Ιστορία παίζει έναν ρόλο. Ανακάλυψα ότι το παρελθόν είναι μια διάσταση του παρόντος, πως το παρόν από μόνο του δεν βγάζει νόημα. Το παρελθόν βρίσκεται εδώ, μέσα στο παρόν.
Ένα από τα μοντέλα των εφήβων της εποχής εκείνης ήταν οι νεαροί κίνκι. Θα μπορούσε επίσης να είναι ένα κείμενο που αναφέρεται σε μια γενιά;
Αυτά τα παιδιά, οι νεαροί με παραβατική συμπεριφορά, δεν είναι ένα φαινόμενο αποκλειστικά  ισπανικό ή καταλανικό της εποχής εκείνης, είναι μια παραλλαγή, μια ενσάρκωση ενός παγκόσμιου μύθου, όπως εμφανίζεται εκείνη τη στιγμή: ο μύθος του έφηβου ληστή, του έφηβου παραβάτη – ο μύθος του Μπίλι δε Κιντ, για παράδειγμα. Αυτά τα παιδιά που μυθοποιήθηκαν – που μετατράπηκαν σε έναν θρύλο για το σινεμά, τη λογοτεχνία, τα μέσα επικοινωνίας, τη μουσική – δεν ήταν ξένα προς τη δική μου εμπειρία, ήταν μέρος του φυσικού μου χώρου και οι άνθρωποι της γενιάς μου συμβίωναν μαζί τους.
Δεν μου ήταν δύσκολο να μπω στο πετσί τους.
Ο έφηβος είναι μια πολύ δυνατή λογοτεχνική φιγούρα.
Είναι η πρώτη φορά που γράφω σχετικά με εφήβους. Ίσως επειδή έχω έναν γιο στην εφηβεία… Ένα πρόσωπο του μυθιστορήματος λέει πως «να αγαπάς τα παιδιά είναι εύκολο, το δύσκολο είναι να μπεις στο πετσί τους». Ίσως αυτό το βιβλίο είναι μια προσπάθεια να μπω στο πετσί του γιου μου, να ξαναγίνω ο έφηβος που κάποτε ήμουν.
Δυο ηλικίες, δυο κρίσεις. Της εφηβείας και των σαράντα.
Το πρώτο μέρος είναι ένα είδος μυθιστορήματος μαθητείας, το γερμανικό bildungsroman. Μία αφήγηση όπου ένας μυθιστορηματικός ήρωας ανακαλύπτει την ουσία της ζωής – τη βία, το σεξ, τον έρωτα – και γίνεται άνδρας. Στο δεύτερο μέρος ανακαλύπτουμε πως η ωριμότητα είναι μια παγίδα, μια ψευδαίσθηση, και ότι κατά βάθος πάντα κουβαλάμε μέσα μας μια απόλυτη ανωριμότητα, έναν έφηβο. Στον πρωταγωνιστή συμβαίνει αυτό που συμβαίνει σε πολύ κόσμο στα 40 του, σκέφτεται πως αυτή δεν είναι η ζωή που θα ήθελε, πως πήρε λάθος δρόμο και πιστεύει πως ανακτώντας το παρελθόν θα βρει τη ζωή που έψαχνε. Κι αυτό είναι ψευδαίσθηση. Η ψευδαίσθηση πως όλοι πρέπει να αλλάξουμε ζωή.
Ήρθες στη Χερόνα από το Ιμπαχερνάνδο[Κάθερες, Εστρεμαδούρα] όταν ήσουν 4 χρονών. Μοιράζεσαι λοιπόν την εμπειρία του εσωτερικού μετανάστη με τα πρόσωπα του μυθιστορήματος;
Όταν είσαι μετανάστης, είσαι για πάντα.  Δεν είναι το αν ενσωματώθηκα στην πόλη ή στη χώρα, είμαι εντελώς Χερονιανός, αλλά ο τρόπος που είμαι Χερονιανός είναι του ανθρώπου που μετανάστευσε σε άλλο μέρος. Θα είμαι πάντα ένας τσαρνέγο [εσωτερικός μετανάστης], δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξω σελίδα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν καμιά σχέση με τον τόπο καταγωγής τους, αλλά εγώ δεν ανήκω σ’ αυτούς. Κατάγομαι από μια οικογένεια με βαθιές ρίζες στην Εστρεμαδούρα, έχω σπίτι εκεί και συγγενείς.  Οι ήρωες του βιβλίου είναι «εκτοπισμένοι», ναι, αλλά αυτοί οι «εκτοπισμένοι» έφτιαξαν αυτή την πόλη κι αυτή τη χώρα. Είμαι ένας ξεριζωμένος και σίγουρα γι’ αυτό έχω γίνει συγγραφέας.
Μήπως η φόρμουλα και το κίνητρο για να γράψεις είναι αυτό το «τι θα είχε συμβεί αν»;
Έτσι αρχίζουν πάντα τα μυθιστορήματα. Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, όπως θα έλεγε ο Μίλαν Κούντερα, είναι ένα υποθετικό εγώ, μια πιθανότητα στην οποία εγώ ο ίδιος δεν υλοποιήθηκα. Ο Θερβάντες ξύπνησε μια μέρα και είπε «κι αν αντί να ήμουν εγώ, ένας άνθρωπος που έκανε φυλακή και πολέμησε στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, είχα περάσει όλη μου τη ζωή στο χωριουδάκι της Λα Μάντσα διαβάζοντας βιβλία για την ιπποσύνη;». Κι έτσι αρχίζει το μυθιστόρημα. Αυτό δεν πάει να πει πως ο Δον Κιχότης είναι ο Θερβάντες: Ο Θερβάντες είναι ο Δον Κιχότης, ο Σάντσο Πάντσα και όλα τα πρόσωπα του βιβλίου. Το ίδιο κι εγώ είμαι όλα τα πρόσωπα του «Οι νόμοι των συνόρων».
Στο βιβλίο περιγράφεις δύο Χερόνες, την παλιά και τη σημερινή, τη μετασχηματισμένη.
Υπάρχει μια Χερόνα σκοτεινή, γκρίζα, μια πόλη τριτοκοσμική, υπαλληλική και βρώμικη, η πόλη της δεκαετίας του ’60 που παρουσιάζεται στην αρχή του βιβλίου, αλλά στο 1978. Η Χερόνα του σήμερα είναι πολύ διαφορετική και ένα πρόσωπο στο βιβλίο μιλάει για «μια πόλη γελοιωδώς αυτάρεσκη», εγώ δεν συμφωνώ απαραίτητα. Μπορώ να νιώσω νοσταλγία για εκείνη την παλιά πόλη γιατί η σημερινή είναι ασύγκριτα καλύτερη.
Μιλώντας για έφηβους ήρωες στους «Νόμους των συνόρων»… μπορούμε να σκεφτούμε και ένα νέο αναγνωστικό κοινό;
Δεν με προβληματίζει αν θα προσελκύσω αναγνωστικό κοινό, αλλά πώς θα γράψω ένα όσο το δυνατό καλύτερο βιβλίο. Το κοινό; Δεν ξέρω ποιος είναι το κοινό; Υπάρχουν αναγνώστες και ο κάθε αναγνώστης είναι διαφορετικός. Ποτέ δεν σκέφτηκα να γράψω για έφηβους, για ενήλικες, για γυναίκες. Πού στο διάολο ξέρεις τι τους αρέσει;! Μου φαίνεται πως είναι ο δρόμος για την απόλυτη καταστροφή. Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό. Γράφω το βιβλίο που αρέσει σε μένα με την ελπίδα ότι θα αρέσει στους άλλους, όμως δεν προβληματίζομαι γι’ αυτό. Προφανώς ένας συγγραφέας γράφει για τον εαυτό του, Γράφεις για τον αναγνώστη που εσύ είσαι.
                   
Μπορείτε εδώ να διαβάσετε τη συνέντευξη στα Ισπανικά: 


[Μετάφραση από τα Ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →

Συνέντευξη του Χαβιέρ Θέρκας με αφορμή τους "Στρατιώτες της Σαλαμίνας"

0 σχόλια
Ηλεκτρονική συνέντευξη του Χαβιέ Θέρκας (11 Σεπτεμβρίου 2001) στην Ισπανική εφημερίδα El Mundo (elmundo.es)

Έχετε συνειδητοποιήσει ότι βρήκατε μία καινούργια μορφή μυθιστορηματικής αφήγησης;
Καλημέρα, συνάδελφε. Δεν πιστεύω ότι είναι μια νέα μορφή μυθιστορηματικής αφήγησης . εν πάση περιπτώσει, ίσως πρόκειται για ανανέωση παλαιών μορφών. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτα που να είναι απόλυτα καινούργιο, μεταξύ άλλων και επειδή, όπως λέει ο Ντ’ Ορς, ό,τι δεν είναι παράδοση είναι λογοκλοπία. Επιπλέον, αυτό που πράγματι προσπάθησα είναι να πω κάτι ξεχωριστό, στηριζόμενος στην παράδοση. Η Κάθοδος των Μυρίων του Ξενοφώντα -για παράδειγμα- δεν θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί μια τέτοια αφήγηση;

Έχει κάποια σχέση με το λογοτεχνικό σας έργο το γεγονός ότι γεννηθήκατε στην Εστρεμαδούρα;
Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι, αν και δεν έζησα πολύ καιρό εκεί πέρα, η Εστρεμαδούρα παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου.

Πιστεύετε ότι υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στον πολεμιστή (θεωρώ ότι αυτό είναι ο Μιράγιες) και στον στρατιώτη;
Δεν ξέρω . δεν το έχω σκεφτεί. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι ο Μιράγιες είναι και στρατιώτης και πολεμιστής (αν και δεν θα ήθελα να είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο) .  από την άλλη, ένας στρατιώτης (και υπήρξα τέτοιος, icarajo) δεν είναι πάντα και πολεμιστής.

Δεν σας ενοχλεί η θετική κριτική υποδοχή αυτού του βιβλίου στην προετοιμασία του επόμενου; Την περιμένατε;
Με κανένα τρόπο δεν περίμενα την επιτυχία του βιβλίου, όπως μπορείτε να φανταστείτε. Όσον αφορά την κριτική επιτυχία, σίγουρα μου φαίνεται φανταστική (και, μεταξύ μας, με ενοχλεί και λίγο), όμως δεν πιστεύω ότι η κριτική θα είναι πιο απαιτητική μαζί μου απ’ όσο είμαι εγώ με τον εαυτό μου, έτσι λοιπόν δεν έγινε τίποτα. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ και να συνεχίσω να δουλεύω. Επίσης πρέπει να πω ότι δεν μου έχει γίνει κατά κανένα τρόπο έμμονη ιδέα το να εκδίδω: προσπαθώ να γράφω καλά βιβλία, κι αυτό είναι το μόνο που με απασχολεί.

Πώς αισθανθήκατε όταν διαβάσατε το άρθρο του Βάργκας Γιόσα που επαινούσε το μυθιστόρημα σας;
Τι να σου πω! Με ευχαρίστησε και με άγχωσε εξίσου (ή μάλλον περισσότερο με άγχωσε). Όμως σε τελική ανάλυση δεν γίνεται να ζητήσει κανείς τίποτα περισσότερο. Εγώ δεν ζητάω τίποτα περισσότερο.

«Στρατιώτες της Σαλαμίνας»: είναι η αλήθεια της Ιστορίας ή η ιστορία της Αλήθειας;  
Το μυθιστόρημά μου δεν αποβλέπει στην αλήθεια των γεγονότων, παρά μόνο σε μια λογοτεχνική αλήθεια, είναι ηθικός λόγος, είναι παγκόσμιος λόγος, που είναι η αλήθεια στην οποία πάντα αποβλέπει η λογοτεχνία. Παρ’ όλα αυτά, όσο μου ήταν δυνατό προσπάθησα να μείνω πιστός στα γεγονότα, και τα άλλαζα όταν μένοντας πιστός σ’ αυτά κατέληγα να προδίδω την αλήθεια που επιδίωκα. Τελικά, το θέμα παραείναι περίπλοκο για να ισχυριστώ ότι το εξάντλησα, αλλά κάπου εδώ έγκειται το όλο ζήτημα. 


Από ποιες λογοτεχνικές πηγές έχεις αντλήσει περισσότερο;
Συνηθισμένη ερώτηση, συνάδελφε! Τελοσπάντων, αυτό θα σου πω: αν θα έπρεπε να αναφέρω δυο συγγραφείς του 20ου αιώνα, θα ανέφερα τον Κάφκα και τον Μπόρχες. Αυτόν τον καιρό διαβάζω Κόρμακ ΜακΚάρθι, που μου αρέσει πάρα πολύ. Πιστεύω πως έχω μάθει πολλά από άλλους συγγραφείς, για παράδειγμα από τον Μπιόι Κασάρες. Δεν ξέρω αν απαντώ στην ερώτηση .  φοβάμαι πως όχι.

Ποιους συγγραφείς αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς;
Σε παραπέμπω στην προηγούμενη απάντηση.

Διάβασα το βιβλίο σας Ο Ένοικος. Από πότε αγαπάτε το γράψιμο; Τι σχέδια έχετε για τη ζωή σου;
Άρχισα να ασχολούμαι στα σοβαρά με το γράψιμο στα είκοσί μου. Τα σχέδιά μου δεν έχουν αλλάξει καθόλου εδώ και καιρό (ή μάλλον αλλάζουν καθημερινά) . επαναλαμβάνω αυτό που είπα πριν: προσπαθώ να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ και να συνεχίσω να δουλεύω.

Ποια η γνώμη σας για τα λογοτεχνικά βραβεία;
Εξαρτάται από το βραβείο. Γενικά, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι ποτέ δεν έχω πάει σε κανένα . δεν το λέω με υπεροψία . το λέω γιατί είναι αλήθεια. Και δεν έχω τίποτα ενάντια σε όσους πηγαίνουν, ούτε ενάντια σε όσους τα διοργανώνουν.

Τι σκέφτεται για την ποίηση ένας μυθιστοριογράφος όπως εσείς;
Μου αρέσει. Διαβάζω ποίηση. Μου φαίνεται ότι είναι ένα λογοτεχνικό είδος εξαιρετικά δύσκολο, επειδή είναι πολύ εύκολο να γραφτεί (δηλαδή, να φτιάξει κανείς στίχους), όμως το να γραφτεί καλή ποίηση είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο.

Γιατί συνεχίζει – κατά τη γνώμη σας – να είναι τόσο επίκαιρο το θέμα του Εμφυλίου Πολέμου στη λογοτεχνία;
Για μένα, σ’ αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα, δεν ήτανε ένα απλό θέμα, αλλά μια έμμονη ιδέα. Πάντα με ενδιέφερε. Από την άλλη, έχε υπόψη σου ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος ήταν η μεγάλη ισπανική περιπέτεια του 20ου αιώνα, μια περιπέτεια στην οποία υπάρχουν τα πάντα, από την πλέον υψηλόφρονα πράξη ως τη χειρότερη αθλιότητα. Ίσως γι’ αυτό συνεχίζει να μας στοιχειώνει. Κι επίσης γιατί είναι μια σημαντική καμπή στον αιώνα που πέρασε, το γεγονός που κατά μία έννοια τον καθόρισε.

Πώς βρεθήκατε να διδάσκετε στο Πανεπιστήμιο της Χερόνα;
Βγάζω το ψωμί μου. Έζησα τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια στη Χερόνα, γιατί οι γονείς μου είχαν μεταναστεύσει εκεί. Τώρα (εδώ και δυο χρόνια) ζω κι εγώ εκεί. Για να πω την αλήθεια, μου αρέσει να διδάσκω στο πανεπιστήμιο.

Για πότε υπολογίζετε το καινούργιο σας βιβλίο; Μπορείτε να μας δώσετε μια ιδέα για τη θεματική του;
Δεν ξέρω πότε θα βγει το καινούργιο μου βιβλίο, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν βιάζομαι. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να είναι καλό, κι όχι αν θα βγει γρήγορα.
 Πριν να βγει αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα δούλευα διάφορα πράγματα. Τώρα θα δούμε τι θα βγει, αν βγει κάτι. Κι αν δεν βγει τίποτα που να με ικανοποιεί, πετιέται στον κάλαθο των αχρήστων και ας πάει στο καλό. Ο Βαλερί λέει πως ένας αληθινός συγγραφέας αναγνωρίζεται πρώτα απ’ όλα από αυτά που πετάει στον κάλαθο των αχρήστων μάλλον παρά από αυτά που δημοσιεύει.

Ως δημοσιογράφος ασχολείστε με τα πολιτιστικά. Ποιος ή ποιοι ισπανοί συγγραφείς σάς φαίνονται υποεκτιμημένοι και ποιοι υπερεκτιμημένοι;
Υπάρχουν λιγότερο γνωστοί συγγραφείς που μου αρέσουν πολύ: μπορώ να αναφέρω τον AG Porta, που μόλις δημοσίευσε ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα το οποίο συνιστώ ανεπιφύλακτα: El peso de aire (Το βάρος του αέρα). Μου αρέσουν κι άλλοι ισπανοί συγγραφείς, αλλά αν άρχιζα να δίνω ονόματα θα ήταν πολύ μακρύς ο κατάλογος, κι επιπλέον σίγουρα κάποιον θα ξεχνούσα. Όσον αφορά τους υπερεκτιμημένους, δεν μου φαίνεται ότι είναι σωστό να τους υποδείξω εγώ, αν υπάρχουν τέτοιοι: έχετε υπόψη ότι ως δημοσιογράφος δεν είμαι ειδικός στα πολιτιστικά, παρ’ όλο που γράφω (ή έγραφα) στις πολιτιστικές σελίδες. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Θεωρείτε ότι είναι πιθανό να γυριστεί ταινία κάποιο μυθιστόρημά σας; Από τον Garci ίσως;
Όπως έχει ήδη γραφτεί στις εφημερίδες, μπορώ να πω ότι, αν δεν συμβεί τίποτα άλλο (και δεν νομίζω να συμβεί), ο Νταβίντ Τρουέμπα θα γυρίσει ταινία τους Στρατιώτες της Σαλαμίνας.

Συστήστε μου ένα βιβλίο, εκτός από το δικό σας βέβαια.
Το Ματοβαμμένος Μεσημβρινός, του Κόρμακ ΜακΚάρθι.

Είναι αναγκαία η κατάλληλη προώθηση για την επιτυχία ενός μυθιστορήματος; Περισσότερο από την ίδια του την ποιότητα;
Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχία ενός μυθιστορήματος μετριέται από την ποιότητά του όπως και, αν θέλετε, από τα συναισθήματα που είναι ικανό να προκαλέσει στους αναγνώστες. Έχω την ελπίδα πως ένα καλό μυθιστόρημα είναι από μόνο του ικανό να ανοίξει τον δρόμο του προς το αναγνωστικό κοινό. Κι αυτό για έναν μόνο λόγο: επειδή, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουν ορισμένοι ανόητοι, ο αναγνώστης δεν είναι ηλίθιος.

Τι πρέπει να κάνει κανείς για να εκδώσει ένα βιβλίο;
Να γράψει ένα βιβλίο (ει δυνατόν καλό) και να το στείλει σε έναν εκδότη.

Ο Μιράγιες τελικά είναι ο ηττημένος και ο Σάντσεθ Μάθας ο νικητής. Αυτό οφείλεται στο ότι η Αριστερά είναι καταδικασμένη να χάνει ακόμη κι όταν κερδίζει;
Εξαιρετικά πολύπλοκη ερώτηση, μα την αλήθεια. Περίεργο αλλά ίσως ο Μιράγιες είναι ο αυθεντικός νικητής και ο Σάντσεθ Μάθας ο ηττημένος. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία», λέει ένας στίχος του Μπόρχες. «Ότι αυτοί θα αντικρίσουν τον Κύριο». Ίσως αυτός που αντικρίζει τον Θεό – μεταφορικά, βέβαια – κερδίζει τελικά στ’ αλήθεια. Δεν ξέρω. Όσον αφορά την Αριστερά, εντάξει, ας το αφήσουμε για κάποια άλλη στιγμή.

Ξέρετε αν ο Σάντσεθ Φερλόσιο έχει διαβάσει το βιβλίο; Τι γνώμη έχει η οικογένεια του Σάντσεθ Μάθας;
Δεν ξέρω αν το έχει διαβάσει. Υποψιάζομαι πως όχι. Ούτε γνωρίζω τι γνώμη έχει για το βιβλίο η οικογένεια του Σάντσεθ Μάθας. Δεν έχω μιλήσει μαζί τους.


Πόσο σας πήρε να γράψετε το μυθιστόρημα;
Είναι δύσκολο να πω: αυτό που λέμε γράψιμο, όχι πάρα πολύ: 14 με 15 μήνες. Αλλά η τεκμηρίωση, το ψάξιμο, κλπ πήραν πολύ περισσότερο. Και πέρασα πολλά χρόνια σκεφτόμενος διάφορα από τα πράγματα που εμφανίζονται στο βιβλίο.

Έχετε μιλήσει με τον Βάργκας Γιόσα για το μυθιστόρημά σας;
Είχα μια σύντομη τηλεφωνική συνομιλία μαζί του. Κι απόψε θα του μιλήσω με περισσότερη ηρεμία.

Ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις. Στο επανιδείν.

[Μετάφραση από τα Ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]


Συνέχεια →
Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Ο συντηρητής - Ναντίν Γκόρντιμερ

0 σχόλια
Στον Συντηρητή της Ναντίν Γκόρντιμερ, ο Μέρινγκ είναι ένας πλούσιος λευκός, υψηλόβαθμο στέλεχος εταιρείας αγοραπωλησίας μεταλλευμάτων, που αγοράζει 1600 στρέμματα γης κοντά στην πόλη που μένει για να τη χρησιμοποιήσει ως τόπο ραντεβού και φυσικά ως τρόπο φοροαπαλλαγής. Σιγά-σιγά, ο αναγνώστης ανακαλύπτει ότι οι λόγοι που οδήγησαν τον Μέρινγκ σ’ αυτή την αγορά είναι βαθύτεροι. Ο κόσμος του Μ. καταρρέει: η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει, ο γιος του απομακρύνεται, η ερωμένη του έχει διαφύγει στο εξωτερικό, αισθάνεται ξένος προς τους ανθρώπους της ράτσας του, του κύκλου του. Νιώθει την ανάγκη να ανήκει κάπου, αλλά δεν ανήκει πουθενά. [Τον κατατρύχει η ιδέα ότι θα πεθάνει ξεχασμένος απ’ όλους και χωρίς ουσιαστικό κληρονόμο μια και ο γιος του σιγά-σιγά τον εγκαταλείπει. «Κανείς δεν θα θυμάται πού βρίσκεσαι θαμμένος,» του επισημαίνει σοκάροντάς τον η ερωμένη του, που παίζει πιθανόν τον ρόλο της συνείδησής του.] Προσπαθεί να συνδεθεί με τους μαύρους που δουλεύουν το κτήμα του, κυρίως τον επιστάτη του Ιάκωβο, αλλά χωρίς επιτυχία αφού τους αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού, με συγκατάβαση. Ταυτόχρονα υπάρχει το πτώμα ενός μαύρου άντρα που δημιουργεί μια δυσοίωνη ατμόσφαιρα και αποτελεί μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη με τον Μέρινγκ και τον φόβο θανάτου που τον διακατέχει. Το πτώμα παραχώνεται πρόχειρα από τους αστυνομικούς [τον νόμο των ανθρώπων] αλλά αργότερα οι δυνάμεις της Φύσης θα του επιφυλάξουν διαφορετική μοίρα.

Να ξεκαθαρίσουμε ότι έχουμε στα χέρια μας ένα δύσκολο μυθιστόρημα. Ο Συντηρητής δεν είναι το ευχάριστο ανάγνωσμα που θα πάρεις μαζί σου στο κρεβάτι πριν κοιμηθείς, πόσω μάλλον στην παραλία. Είναι επιλογή και επίτευγμα της Γκόρντιμερ ο τρόπος δόμησης του μυθιστορήματος με την κυκλική αφήγηση, μπρος-πίσω στον χρόνο, πότε εξωτερική, με περιγραφές του τόπου και των ανθρώπων, πότε εσωτερική, στη συνείδηση του Μέρινγκ, με συνεχείς αλλαγές οπτικής γωνίας. Αυτή η οργάνωση του μυθιστορήματος με τα επανερχόμενα μοτίβα [του πτώματος, των φραγκόκοτων, των ιτιών, της φωτιάς] με τους πολλαπλούς συμβολισμούς τους δημιουργεί μια αίσθηση κυκλοτερούς κίνησης προς έναν πυρήνα – το βαθύτερο είναι του ήρωα και την ανάγκη του να βρει τον χώρο όπου ανήκει και την αληθινή του ταυτότητα. Η γλώσσα γίνεται ποιητική, γεμάτη συμπαραδηλώσεις και υπονοούμενα. Όσο και να προσπάθησα να επισπεύσω την ανάγνωση, στάθηκε αδύνατο αφού δεν ήθελα να στερηθώ την απόλαυση του κειμένου. Και πραγματικά το κείμενο ανταμείβει τον επίμονο αναγνώστη. Πιπιλίζεις τις λέξεις και σιγά-σιγά, «ανεπαισθήτως», γίνεσαι κοινωνός μαγικών εμπειριών, κατακλύζεσαι από εικόνες. Γιατί η Γκόρντιμερ είναι μοναδική στο να δημιουργεί εικόνες στη φαντασία σου μέσα από την ιεροτελεστία της ανάγνωσης. Δεν είναι τυχαίο που ο Σέιμους Χίνι - ένας ποιητής! - τη χαρακτήρισε «αντάρτισσα της φαντασίας». Η ίδια, σε ένα άλλο μυθιστόρημά της, την «Ιδιοτροπία της φύσης», λέει για κάποια φράση που χρησιμοποιεί η ηρωίδα της: «Ένας δάσκαλος του Ζεν οδηγεί τους μαθητές του στη φώτιση μέσα από μια σκόπιμα προκλητική φράση.» Και ο λόγος της Γκόρντιμερ είναι γεμάτος τέτοιες σκόπιμα προκλητικές φράσεις.


[Το κείμενο αυτό στηρίχτηκε στην παρουσίαση του  μυθιστορήματος και του υπόλοιπου έργου της Ναντίν Γκόρντιμερ στο καφέ Ζώγια, στον Βόλο, στις 10 Δεκέμβρη 2014. Άλλες πληροφορίες για τη συγγραφέα και το έργο της θα βρείτε εδώ.]
Συνέχεια →
Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

ΝΑΝΤΙΝ ΓΚΟΡΝΤΙΜΕΡ [1923-2014]

0 σχόλια
Η Ναντίν Γκόρντιμερ γεννήθηκε στο Σπρινγκς, μια πόλη ορυχείων κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ το 1923 από πατέρα Εβραίο μετανάστη από τη Λιθουανία [τότε Ρωσική Αυτοκρατορία] και από μητέρα Λονδρέζα, χριστιανή εβραϊκής καταγωγής. Η ανατροφή που πήρε από την οικογένειά της ήταν μάλλον κοσμική, ούτε ιδιαίτερα χριστιανική ούτε ιδιαίτερα εβραϊκή. Η ίδια αργότερα αυτοχαρακτηριζόταν ως άθεη.

Για κάποιο λόγο, η μητέρα της πίστευε ότι η Ναντίν είχε πρόβλημα με την καρδιά της και την πήρε από το καθολικό σχολείο στο οποίο πήγαινε. Από τα 11-12 έκανε μόνο ιδιαίτερα μαθήματα με μια δασκάλα και αυτό την οδήγησε σε μια μοναχική εφηβική ηλικία, χωρίς συμμαθήτριες ή φίλες, με μια αδερφή 4 χρόνια μεγαλύτερη που δεν πολυασχολούταν μαζί της. Από την άλλη όμως, αυτό πιθανόν την βοήθησε να ασχοληθεί νωρίς με το γράψιμο. Μάλιστα πρωτοδημοσίευσε διηγήμά της – μια παιδική ιστορία - το 1937, σε ηλικία 14 ετών. Λίγο αργότερα, στα 16, δημοσιεύτηκε το πρώτο μη παιδικό της διήγημα. Μετά τον πόλεμο παρακολούθησε κάποια μαθήματα γενικών γνώσεων στο Πανεπιστήμιο, τα οποία εγκαταλείπει έναν χρόνο αργότερα για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Παντρεύεται το 1949, αποκτά μια κόρη, χωρίζει, ξαναπαντρεύεται το 1954 με αυτόν που θα αποτελέσει τον ισόβιο σύντροφό της, τον έμπορο έργων τέχνης Ράινχολντ Κάσιρερ [πέθανε το 2001]. Αποκτά έναν γιο το 1955, ενώ ήδη το 1953 κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα, The Lying Days.

Το 1960, η σύλληψη της καλύτερής της φίλης και η σφαγή του Σάρπβιλ την ωθούν να αναμειχθεί σοβαρά με το κίνημα κατά του απαρτχάιντ. Μέσω της φιλίας της με τους συνηγόρους του Μαντέλα [ο ένας Έλληνας: Τζορτζ Μπίζος] γνωρίζει και τον ίδιο και τον βοηθάει να γράψει τον περίφημο λόγο του «Είμαι έτοιμος να πεθάνω», που εκφώνησε κατά τη διάρκεια της δίκης του το 1962. Όταν ο Μαντέλα απελευθερώνεται το 1990, η Γκόρντιμερ είναι μία από τους πρώτους που ζητάει να δει.
Διάφορα βιβλία της απαγορεύονται από το καθεστώς στη δεκαετία του ‘70: Ο ύστερος αστικός κόσμος, το A World of Strangers, Η κόρη του Μπέρτζερ, Οι άνθρωποι του Τζούλι. Παρ’ όλο αυτό το σε βάρος της αρνητικό κλίμα, αρνείται να εγκαταλείψει τη χώρα.

Το 1991 βραβεύεται με το Βραβείο Νόμπελ. Μετά την πτώση του απαρτχάιντ, παίρνει ενεργό μέρος στον αγώνα κατά του AIDS, επικρίνοντας μάλιστα την κυβέρνηση για τη στάση της στο θέμα.

Το 2006 της επιτίθενται και την ληστεύουν μέσα στο σπίτι της, αλλά εκείνη, πάντα θαρραλέα, αρνείται να μετακομίσει σε πιο προστατευμένο χώρο. Δηλώνει μάλιστα ότι αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι εκπαίδευση και δουλειές, όχι περισσότερη αστυνόμευση. Το καλοκαίρι που μας πέρασε πέθανε στον ύπνο της στις 13 Ιουλίου 2014.

Το έργο της

Η Γκόρντιμερ υπήρξε μάρτυρας μιας ολόκληρης εποχής. Δεν έκανε στρατευμένη τέχνη. Αναζητούσε στα βιβλία της την ηθική και ψυχολογική αλήθεια. Όπως λέει και στην προμετωπίδα του μυθιστορήματος Οι άνθρωποι του Τζούλι  το απόσπασμα αυτό του Αντόνιο Γκράμσι: «Το παλιό πεθαίνει και το καινούριο δεν μπορεί να γεννηθεί. Σ’ αυτό το μεσοδιάστημα εμφανίζεται μεγάλη ποικιλία νοσηρών συμπτωμάτων.» Αυτών των «νοσηρών συμπτωμάτων» ερευνήτρια υπήρξε η Γκόρντιμερ.

Στα γραφτά της είναι προφανής η αγάπη για την πατρίδα της την Αφρική, τον λαό της, τα τοπία και την ιστορία. Όλα αυτά τα αντιπαραβάλλει, όπως είπαμε, με τη διερεύνηση των εξοντωτικών ψυχολογικών επιπτώσεων του απαρτχάιντ και των πολιτικών του διώξεων πάνω στους ανθρώπους.

Στα μυθιστορήματά της της δεκαετίας του ’70 μιλάει για τη βία του απαρτχάιντ, με τον τρόπο που το απολυταρχικό καθεστώς διαστρέφει τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Οι ήρωές της έρχονται αντιμέτωποι με την εξορία, τον συμβιβασμό, την εκμετάλλευση, την αλλοτρίωση, από τη μία, και την ανάπτυξη της μαύρης συνείδησης, από την άλλη. Καταδεικνύει την αδυναμία των φιλελεύθερων αστών να βρουν απάντηση στο απαρτχάιντ, εγκλωβισμένοι όπως είναι από τα συμφέροντά τους. Η κόρη του Μπέρτζερ [1979] εξετάζει τις σχέσεις της κόρης ενός λευκού πολιτικού κρατούμενου, ηγέτη του κινήματος απελευθέρωσης των μαύρων, με τον πατέρα της, στη μετά το Σοβέτο εποχή. Στον Συντηρητή [1974] ένας πλούσιος λευκός αγοράζει ένα κτήμα για να το χρησιμοποιήσει ως χώρο ραντεβού και τρόπο φοροαπαλλαγής για να ανακαλύψει σιγά-σιγά ότι υπακούει σε μια βαθύτερη ανάγκη: να ανήκει κάπου.

Οι άνθρωποι του Τζούλι [1981]: κάπου στο μέλλον μια οικογένεια φιλελεύθερων λευκών αστών φεύγει από το εξεγερμένο Γιοχάνεσμπουργκ για να βρει καταφύγιο στον μαύρο υπηρέτη τους, τον Τζούλι. Στο Μια ιδιοτροπία της φύσης [1987] η Χιλέλα είναι μια ιδιαίτερη έφηβη που δεν μένει πιστή στις συμβάσεις της λευκής κοινωνίας. Μετά τη σεξουαλική συνειδητοποίησή της έρχεται και η πολιτική της στράτευση στο κίνημα κατά του απαρτχάιντ.

Προσπαθεί να διαχειριστεί το ζήτημα του τι σημαίνει να ανήκει κανείς σε μια κοινωνία ρατσιστικά διχασμένη. Πώς νιώθει κανείς ως μέλος μιας κοινωνίας που ηθελημένα και βάναυσα καταπιέζει εκατομμύρια πολιτών; Τι κάνεις όταν σου κλέβουν την ίδια σου τη χώρα; Όπως δήλωνε στις συνεντεύξεις της η Ναντίν Γκόρντιμερ: «Δεν μπορεί να ζει κανείς στην Ν. Αφρική του απαρτχάιντ χωρίς να παίρνει θέση.


Η τέχνη της Γκόρντιμερ δεν ξεπεράστηκε με το απαρτχάιντ. Ακριβώς επειδή ποτέ δεν έκανε «στρατευμένη», αλλά βαθιά πολιτική τέχνη. Συνεχίζει και στη μετά το απαρτχάιντ εποχή να μας δίνει εξαιρετικά μυθιστορήματα. Στο Όπλο του σπιτιού [1998] διερευνά τις τραγικές συναισθηματικές και νομικές επιπτώσεις ενός φόνου που διαπράττεται από τον γιο μιας οικογένειας της λευκής ελίτ. Στο Ένας τυχαίος εραστής [2001], μια τυχαία συνάντηση ανάμεσα στην κόρη ενός πλούσιου τραπεζίτη και ενός «έγχρωμου» γκαραζιέρη από κάποιο αραβικό αφρικανικό κράτος δίνει την ευκαιρία στη Γκόρντιμερ να εξετάσει το πρόβλημα της μετανάστευσης και της πολιτισμικής σύγκρουσης. Στο Ξύπνα! [Get a Life, 2005], ο οικολόγος Πολ Μπένερμαν μετά από μια θεραπεία για καρκίνο του θυρεοειδούς καθίσταται κατά παράξενο τρόπο ραδιενεργός και επικίνδυνος για το άμεσο περιβάλλον του. Για να προστατεύσει τη γυναίκα και το παιδί του πηγαίνει να μείνει στο σπίτι των γονιών του όπου θα περάσει μια διαδικασία αμφισβήτησης της μέχρι τώρα ζωής του.

[Άλλες πληροφορίες για την Γκόρντιμερ στο ιστολόγιό μας]

[Το κείμενο αυτό στηρίχτηκε στην παρουσίαση της Γκόρντιμερ και του έργου της στο Καφέ Ζώγια στον Βόλο στις 10 Δεκεμβρίου 2014 από τους Έλενα Ψαραλίδου, Γιάννη Αντάμη και Παναγιώτη Αλεξανδρίδη.]
Συνέχεια →
Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Πάμπλο Νερούδα - Σονέτο VIII ("Εκατό ερωτικά σονέτα")

0 σχόλια
Αν δεν είχανε τα μάτια σου το χρώμα της σελήνης,
μιας μέρας από φωτιά, πηλό, δουλειά,
αν ακόμη και σε φυλακή δεν είχες του άνεμου τη χάρη,
αν δεν ήσουνα κεχριμπαρένια εβδομάδα,

ούτε στιγμή κιτρινωπή
σαν το φθινόπωρο που σκαρφαλώνει μέσα από τα φύλλα,
αν δεν ήσουν το ψωμί που η ευωδιαστή σελήνη
ζυμώνει, πασπαλίζοντας τον ουρανό μ’ αλεύρι,

ω αγαπημένη, δεν θα σ’ αγαπούσα!
Στην αγκαλιά σου αγκαλιάζω ό,τι υπάρχει,
την άμμο, τον χρόνο, το δένδρο της βροχής,

όλα όσα ζουν για να μπορώ να ζω εγώ:
χωρίς να φεύγω μακριά σου βλέπω τα πάντα:
βλέπω μες στη ζωή σου κάθε τι το ζωντανό.


                                          Πρώτη έκδοση 1960

[Μετάφραση από τα Ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]


Αναζητήστε και άλλα ποιήματα του Νερούδα στο ιστολόγιό μας:
Συνέχεια →
Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Η Μάργκαρετ Άτγουντ στην Αθήνα

0 σχόλια
Η σημαντική και πολυδιάστατη Καναδή συγγραφέας Μάργκαρετ Άτγουντ έρχεται στην Αθήνα στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου. Η συγγραφέας της Ιστορίας της πορφυρής δούλης, της Φαγώσιμης γυναίκας, του Τυφλού δολοφόνου και άλλων πολλών μυθιστορημάτων, διηγημάτων, ποιημάτων και δοκιμίων, θα μιλήσει στο Μέγαρον Πλας με αφορμή το τελευταίο της μυθιστόρημα Το τέλος του κόσμου, που ολοκληρώνει τη δυστοπική της τριλογία. Η ομιλία της θα έχει θέμα "The sybil in the bottle: Greek mythology in my work" ["Η σίβυλλα στο μπουκάλι: η ελληνική μυθολογία στο έργο μου": τίτλος δυσνόητος, που όμως μεταφράστηκε με τον μάλλον αδέξιο συντακτικά: "Δυστοπίες και η ελληνική επιρροή σ' αυτές" - αυτό το "σ' αυτές" στο τέλος θα μου φαινόταν ακατάλληλο για οποιονδήποτε τίτλο...] Παρά την αγάπη μου για την Άτγουντ, ομολογώ ότι με ξενίζει λίγο το άρωμα λάιφ-στάιλ που αποπνέει το πρόγραμμα της επίσκεψης: συνομιλία με τον Θανάση Λάλα [τι χρώμα γυαλιά και τιράντες θα φορά άραγε; επελέγη για την ομοιότητα με χαρακτήρες της δυστοπικής τριλογίας;], η επισημότητα του χώρου [θα είναι και ο ειδικός στη δυστοπική λογοτεχνία Αντώνης Σαμαράς;]. Φαντάζομαι ότι αυτά είναι επιλογές του "Ψυχογιού" που βγάζει τα τελευταία βιβλία της και είμαι σίγουρος ότι η ίδια θα λάμψει με την πρωτοτυπία του λόγου της.
Υπ' όψιν ότι η ομιλία θα μεταδοθεί απευθείας μέσω Διαδικτύου και μπορεί ο καθένας να την παρακολουθήσει ελεύθερα [Τετάρτη 24/9, 7 μμ].


Δείτε το πλήρες πρόγραμμα της επίσκεψης.

Δείτε βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία της Μάργκαρετ Άτγουντ από το αρχείο της βιβλιοnet.
Συνέχεια →
Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Ναντίν Γκόρντιμερ

0 σχόλια
Ναντίν Γκόρντιμερ [Nadine Gordimer, 1923-2014]

Να μια σπουδαία σύγχρονη συγγραφέας που πιθανότατα δεν απέκτησε ποτέ στην Ελλάδα το κοινό που της αξίζει. Να είναι άραγε ο πρόσφατος θάνατος της Ναντίν Γκόρντιμερ μια αφορμή για επανεκτίμηση και προβολή του έργου της; Ένας μοναδικός και εγγυημένος τρόπος να αγαπήσει κανείς τη Νοτιαφρικανή συγγραφέα θα ήταν να παρακολουθήσει το σχετικό βίντεο της εκπομπής του Ανταίου Χρυσοστομίδη και της Μικέλας Χαρτουλάρη «Οι κεραίες της εποχής μας». Δυστυχώς με το λουκέτο της ΕΡΤ [και την εκτρωματική ΝΕΡΙΤ] τα αρχεία αυτά – απ’ όσο μπόρεσα να καταλάβω – δεν είναι πλέον προσβάσιμα.

Η Ναντίν Γκόρντιμερ ήταν γόνος μιας μεσοαστικής οικογένειας της Νότιας Αφρικής. Ο πατέρας της ήταν Εβραίος μετανάστης από τη Λιθουανία [τότε Ρωσία], ωρολογοποιός στο επάγγελμα, ενώ η μητέρα της Αγγλίδα από το Λονδίνο, επίσης εβραϊκής καταγωγής. Άρχισε να διαβάζει και να γράφει αρκετά νωρίς στη ζωή της.  Μέσα από τα διαβάσματά της γνώρισε τι γινόταν στον κόσμο έξω από το απαρτχάιντ και αυτό την οδήγησε στην πολιτική της στάση ενάντια στο φυλετικό καθεστώς. Τα βιβλία της ασχολούνται θεματικά με την εξορία, την αλλοτρίωση και τις επιπτώσεις του απαρτχάιντ στις ζωές των ανθρώπων. Το 1991 της απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας γιατί «μέσα από την μεγαλοπρεπή επική της γραφή ευεργέτησε συνολικά την ανθρωπότητα».

Προτάσεις για ανάγνωση:
Ο συντηρητής [εκδ. Καστανιώτη] κέρδισε εξ ημισείας το Μπούκερ για το 1974. Βιβλίο πυκνό και ποιητικό που εξερευνά την ταυτότητα των Ζουλού μέσα από τα μάτια ενός πλούσιου λευκού Νοτιαφρικανού που αγοράζει ένα αγρόκτημα κι έρχεται έτσι σε επαφή με τους μαύρους που έχει στη δούλεψή του. Όλα αλλάζουν όταν ο λευκός θα ανακαλύψει το πτώμα ενός μαύρου άντρα στο κτήμα του.
Η κόρη του Μπέρτζερ [εκδ. Οδυσσέας] είναι η ιστορία μιας νεαρής γυναίκας που ο πατέρας της είναι κρατούμενος στις φυλακές του καθεστώτος για τις πολιτικές του πεποιθήσεις και τη δράση του. Η Γκόρντιμερ εξετάζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η νεαρή όντας παιδί στρατευμένων κομουνιστών και ζώντας με μια ταυτότητα που άλλοι έχουν επιλέξει γι’ αυτήν.
Οι άνθρωποι του Τζούλι [εκδ. Λιβάνη] είναι ένα λευκό ζευγάρι που καταδιώκεται από τους μαύρους μετά από μια υποτιθέμενη αιματηρή επανάσταση στη Ν. Αφρική. Το ζευγάρι κρύβει ο μαύρος υπηρέτης τους. Το μυθιστόρημα είναι μια προσπάθεια πρόβλεψης ποιο θα ήταν το τέλος του απαρτχάιντ και τις επιλογές θα επιβάλλονταν στους ανθρώπους από τη βία και το φυλετικό μίσος.
Το όπλο του σπιτιού [εκδ. Καστανιώτη] γράφτηκε μετά την πτώση του απαρτχάιντ και είναι η ιστορία μιας λευκής οικογένειας που βλέπει τον γιο της να κατηγορείται για φόνο. Το βιβλίο διαπραγματεύεται το ζήτημα της αύξησης της βίας στη Ν. Αφρική και την κληρονομιά του ρατσιστικού καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα είναι μια ψυχογραφία της μεσοαστικής νοτιαφρικάνικης οικογένειας.



Σύντομο βίντεο ντοκιμαντέρ για την Γκόρντιμερ στα αγγλικά
Συνέχεια →
Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Το τάνγκο: η ιστορία και η εξέλιξή του - Horacio A. Ferrer

0 σχόλια
Ο Οράσιο Φερέρ είναι ένας αφισιονάδο – ένας παθιασμένος τανγκέρο. Η μελέτη του εξετάζει το τάνγκο κυρίως από ανθρωπολογική άποψη: «Το τάνγκο δεν γεννιέται από τον συνδυασμό διαφόρων μουσικών ειδών, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο το δημιουργικό πνεύμα και η υπαρξιακή διάθεση του πορτένιο* πλάθει αυτά τα μουσικά είδη. Άλλο πράγμα ο ζωγράφος κι άλλο η παλέτα.»
[*πορτένιο = άνθρωπος του λιμανιού - ο κάτοικος του Μπουένος Άιρες]

Το βιβλίο [1959] είναι, εκτός από ιστορική μελέτη και ανάλυση, μια πολεμική ενάντια σε όσους έβλεπαν το τάνγκο ως ένα είδος προς εκμετάλλευση [μουσική βιομηχανία] ή ένα ακαδημαϊκό μουσικό είδος που έπρεπε να μείνει προσηλωμένο στο παρελθόν – να μην εξελιχθεί.

Ο Φερέρ προσπάθησε να εντάξει το τάνγκο στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο σε όσους έχουν μουσικές γνώσεις, αλλά προπάντων στο ευρύτερο κοινό. Παρέχει πλούσιο υλικό για τον μελετητή του τάνγκο και ταυτόχρονα δίνει με απόλυτη σαφήνεια και ζωντάνια το κλίμα μέσα στο οποίο γεννήθηκε και εξελίχθηκε το τάνγκο.

Από τις πρώτες σελίδες, δεν μπορεί κανείς να μη χαμογελάσει με πικρία όταν διαβάζει για την απαξίωση με την οποία αντιμετώπισαν τη λαϊκή μουσική του κόλπου του Ρίο ντε λα Πλάτα [του ποταμού του ασημιού] η άρχουσα τάξη και το εκπαιδευτικό σύστημα. Κι αυτό γιατί η ίδια αντιμετώπιση επιφυλάχθηκε και στην ελληνική λαϊκή μουσική [ρεμπέτικα] και πιθανότατα το ίδιο συνέβη στις περισσότερες χώρες του κόσμου.

Είναι προφανές ότι ο Φερέρ, όπως οι περισσότεροι τανγκέρος, άντλησε τις μουσικές του γνώσεις, την έμπνευση και τη συγκρότησή του έξω από το εκπαιδευτικό σύστημα.

Το τάνγκο [όπως και το λαϊκό θέατρο, που έχει στενή σχέση μαζί του] είναι τέχνη των λαϊκών τάξεων και γεννήθηκε στις πόλεις του κόλπου του Ρίο ντε λα Πλάτα [Μπουένος Άιρες, Μοντεβιδέο]από τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Η εξωτερική μετανάστευση αφορά κυρίως Ισπανούς, Ιταλούς και Γερμανούς, ενώ η εσωτερική τους εξαθλιωμένους γκάουτσο [ανθρώπους της υπαίθρου] και αυτόχθονες πληθυσμούς που στρέφονται στην πόλη για να επιβιώσουν. Η μετανάστευση στην Αργεντινή μετά τη δεκαετία του 1880 – δεύτερη σε αριθμούς μετά από αυτή στις ΗΠΑ – βοήθησε ώστε το 1908 η χώρα να είναι η 7η πιο αναπτυγμένη χώρα στον κόσμο. Η μετανάστευση οδήγησε στην επανασύσταση της αργεντίνικης κοινωνίας.

Το τάνγκο λοιπόν γεννιέται στα περίχωρα της μεγαλούπολης. Στα κονβεντίγιος, τις φτωχικές αυλές που σε μικρά δωμάτια γύρω τους στριμώχνονται πολυπληθείς οικογένειες, κοντά στα λιμάνια – εικόνα οικεία και σε όσους μεγάλωσαν σε προσφυγικές συνοικίες στην Ελλάδα. Εκεί βράζει η ψυχή του φτωχού μετανάστη και του περιθωριοποιημένου Αργεντίνου – του ξεπεσμένου γκάουτσο, του κομπάδρε [καπέλο, μαντίλι, μαχαίρι] και της πόρνης. Των στρωμάτων εκείνων που αρνιούνται τους κανόνες της αστικής κοινωνίας. Είναι η μουσική των κακόφημων καφενείων και των οίκων ανοχής. Των οίκων ανοχής, όπου οι μάγκες και οι κουτσαβάκηδες της περιφέρειας πηγαίνουν, εκτός των άλλων, να ακούσουν μουσική και να χορέψουν - με πρόδηλο το ερωτικό στοιχείο.

Αυτό το γοητευτικό και άθλιο χαρμάνι – ανάλογα από ποια σκοπιά το βλέπεις – που ζούσε σε μόνιμη κατάσταση  άγχους, πόνου και περιθωριοποίησης, δημιούργησε νέες συνθέσεις. Ο Φερέρ θεωρεί το τάνγκο υβριδική σύνθεση τριών μουσικών ειδών: του τάνγκο ανδαλούς, της χαμπανέρα [που έφεραν οι Κουβανοί ναύτες του λιμανιού της Μπόκα] και της μιλόνγκα. Ταυτόχρονα, θεωρεί σημαντική τη συμβολή της αφρικάνικης μουσικής και τις επιρροές από την αυτόχθονη  μουσική των Ινδιάνων, χωρίς όμως να τις αναλύει, λέγοντας πως υπερβαίνουν τα όρια της μελέτης του. Αντίθετα, αναλύει επιμελώς τον ρόλο που έπαιξε το λαϊκό θέατρο στην ανάμειξη αυτών των ειδών και στην αποδοχή του τάνγκο από ευρύτερες λαϊκές μάζες. Αυτό έγινε κυρίως με την εισαγωγή του στις ισπανικής προέλευσης σαϊνέτε – μονόπρακτα με κωμική διάθεση και λαϊκό χαρακτήρα που παιζόταν στο τέλος ή ανάμεσα σε μεγαλύτερες παραστάσεις. Η συμμετοχή αυτή του τάνγκο στις λαϊκές θεατρικές παραστάσεις με τον καιρό γενικεύτηκε συμβάλλοντας στη δημιουργία του «εθνικού θεάτρου».

Όπως λέει ο Φερέρ, «το πνεύμα του τάνγκο υπήρχε στις πόλεις του Ρίο ντε λα Πλάτα πριν εμφανιστεί το ίδιο το τάνγκο». Οι λαϊκές τάξεις ασχολούνται με το θέατρο και το τάνγκο ως καλλιτεχνικά μέσα έκφρασης γιατί οι απαιτούμενες τεχνικές δεξιότητες δεν υπερβαίνουν τις δυνατότητές τους – οποιοσδήποτε παίζει ένα μουσικό όργανο μπαίνει σε έναν κύκλο και παίζει. Η έκφραση μέσα από ένα τάνγκο δεν χρειάζεται ιδιαίτερες μουσικές γνώσεις, σε εκείνο το πρώτο στάδιο τουλάχιστον. «Το σφύριγμα ενός σκοπού, ένα προφορικό ποίημα, είναι και μπορεί να είναι ένα τάνγκο.»

Όλοι αυτοί οι ανώνυμοι αναλφάβητοι μουσικοί βάζουν το λιθαράκι τους στην αυθεντική φυσιογνωμία του τάνγκο. Τα πρόσωπα-κλειδιά και τα έργα-ορόσημα στην ιστορία του τάνγκο δεν είναι περισσότερο από το 10% μιας τεράστιας καλλιτεχνικής παραγωγής.

Από κει και πέρα, στο δεύτερο περίπου μισό της μελέτης του, ο Φερέρ ασχολείται με τα προβλήματα της περιοδολόγησης και της εξέλιξης του τάνγκο.

Χοντρικά χωρίζει την εξέλιξη αυτή σε Παλιά και Νέα Φρουρά [Guardia Vieja – Guardia Nueva] με μορφολογικά κυρίως κριτήρια.

Η Παλιά Φρουρά – περίπου 1880-1920 – χαρακτηρίζεται από την οριστικοποίηση του ηχοχρώματος.Οι πρώτες ορχήστρες είχαν άναρχη σύνθεση. Αρχικά, φεύγουν τα χάλκινα και στις ορχήστρες καθιερώνεται η άρπα, το βιολί και το φλάουτο. Στις αρχές του 20ου αιώνα η άρπα αντικαθίσταται από την κιθάρα. Λίγο αργότερα κυριαρχούν το πιάνο, το βιολί και το μπαντονεόν – όργανο με γερμανικές ρίζες.
Επίσης οριστικοποιείται ο χορός του τάνγκο.
Κοινωνικά, σιγά-σιγά περνά από τα χέρια των περιθωριακών ομάδων στα φτωχά και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης. Η μπουρζουαζία απορρίπτει συστηματικά το τάνγκο. Όμως, «με απορρίπτουν άρα υπάρχω».

Με τη Νέα Φρουρά – περίπου 1920-1960 – σταθεροποιείται η δομή του τάνγκο σε 2-3 16μετρα. Η γλώσσα των τραγουδιών είναι ένα αμάλγαμα ισπανικών με ιταλικά, γερμανικά και αυτόχθονα στοιχεία. Οι φιγούρες του χορού απλοποιούνται. Τώρα πια, ακόμη και τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα διασκεδάζουν ακούγοντας και χορεύοντας τάνγκο.
Εκεί που αρχικά παιζόταν σε κακόφημα καφενεία των περιχώρων, σε παράνομα μαγαζιά και σε οίκους ανοχής, τώρα το βρίσκει κανείς σε καφέ, καμπαρέ, ανοιχτούς χώρους αναψυχής, σινεμά, θέατρα, ζαχαροπλαστεία, αίθουσες χορούς, κλπ.
Η μουσική βιομηχανία ασχολείται συστηματικά πια με την οικονομική του εκμετάλλευση και αυτό συνακόλουθα φέρνει αναγνώριση πνευματικών δικαιωμάτων αλλά και οργάνωση των καλλιτεχνών σε επαγγελματικά σωματεία.

Ονόματα καλλιτεχνών που εμφανίζονται την πρώτη εποχή είναι ο «τίγρης» Εδουάρδο Αρόλας, ο «Γερμανός» Αρτούρο Μπερνστάιν, ο Πέδρο Μάφια, ο Ρομπέρτο Φίρπο και η ορχήστρα του, ο Χουάν Κάρλος Κομπιάν [La casita de mis viejos], ο Πασκουάλ Κοντούρσι που μας δίνει το πρώτο τάνγκο με στίχους, το Mi noche triste [1916-1917]. Χωρίς βέβαια οι παλιοί να εξαφανιστούν, νέα ονόματα βγαίνουν στην επιφάνεια λίγο πριν ή μετά το 1920: Αγκουστίν Μπαρντί [Que Noche!, El Abrojo], ο Χούλιο ντε Κάρο, ο Οσβάλντο Πουλιέσε, που το τραγούδι του Recuerdo ο Φερέρ θεωρεί σταθμό στη διάκριση των περιόδων, και φυσικά ο μεγάλος Κάρλος Γκαρδέλ, στον οποίο αφιερώνει ένα μικρό κεφάλαιο, θεωρώντας τον σταθμό στην ερμηνεία των τραγουδιών του τάνγκο. Σε ένα άλλο κεφάλαιο μελετά την εξέλιξη των μουσικών σχημάτων από το απλό τρίο [βιολί, πιάνο, μπαντονεόν] στο σεξτέτο [2 βιολιά, 2 μπαντονεόν, κοντραμπάσο, πιάνο], που δίνει ηχητική βαρύτητα και τέλος στην Orquesta tipica [1915-20] που συνήθως αποτελείται από μια ομάδα εγχόρδων [βιολιά, βιόλα, βιολοντσέλο], μια ομάδα μπαντονεόν [3+] και μια ομάδα ρυθμού [πιάνο, κοντραμπάσο].

Όλα αυτά τα ονόματα - άγνωστα στον μέσο Έλληνα αναγνώστη - ίσως θολώνουν αυτό που πραγματικά είναι το τάνγκο. Με τα λόγια του Φερέρ: «Το τάνγκο είναι η ίδια η ζωή, σ’ αυτό συγκλίνουν όλα τα αινίγματα της ανθρώπινης ψυχής. Το υπόβαθρό του θα είναι αναγκαστικά μελαγχολικό διότι η ζωή είναι μελαγχολική. Και γι’ αυτό είναι κάτι προσωπικό. Διότι μια εξομολόγηση δε γίνεται φωναχτά. Το τάνγκο είναι μια ατμόσφαιρα, συνδέει στιγμές…»


[Το άρθρο αυτό για το βιβλίο του Οράσιο Φερέρ, Το τάνγκο, η ιστορία και η εξέλιξή του (εκδόσεις Κοντύλι), βασίστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο καφέ Φιλίππου στην παραλία του Βόλου, στις 22 Ιουνίου 2014, από τον Παναγιώτη Αλεξανδρίδη και την Σοφία Ηλιάδη, που διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο. Η παρουσίαση τελείωσε με τα μέλη του Puerto del Tango - και όχι μόνο - να χορεύουν τάνγκο.]

Ο Οράσιο Φερέρ γεννήθηκε το 1933 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Ποιητής, μελετητής και στιχουργός, είναι ιδιαίτερα γνωστός για τους στίχους που έγραψε σε τάνγκο του Άστορ Πιατσόλα, με κορυφαία ίσως το Balada para un loco και Chiquilin de Bachin.
Συνέχεια →
Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Μόνος κανένας - Μάγια Άντζελοου [Alone - Maya Angelou]

1 σχόλια
Μόνος κανένας

Ξαπλωμένη, σκεφτόμουν
Ψες το βράδυ
Πώς της ψυχής μου να ‘βρω ένα σπίτι
Που το νερό δεν θα διψάει
Και το ψωμί δεν θα ‘ναι πέτρα
Ένα μόνο στο νου μου ήρθε
Κι άδικο δεν νομίζω να ‘χω
Ότι κανένας,
Μα κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

Μόνος, ολομόναχος
Κανένας, μα κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

Υπάρχουν κάποιοι εκατομμυριούχοι
Με χρήμα που δεν έχουν τι να κάνουν
Οι γυναίκες τους θρηνούν αλλοπαρμένες
Τα παιδιά τους τραγουδούν θλιμμένα
Έχουν πανάκριβους γιατρούς
Τις πέτρινες καρδιές τους να γιατρέψουν.
Μα κανένας,
Όχι, κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

Μόνος ολομόναχος
Κανένας, μα κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

Τώρα αν μ’ ακούσετε προσεκτικά
Θα σας πω τι ξέρω
Σύννεφα μαζεύονται βαριά
Άνεμος δυνατός θε να φυσήξει
Η φυλή των ανθρώπων υποφέρει
Κι ακούω τα βογκητά
Γιατί κανένας,
Μα κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

Μόνος, ολομόναχος
Κανένας, μα κανένας
Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

                   Από την ποιητική συλλογή Oh Pray My Wings Are Gonna Fit Me Well [1975]

[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Η Μάγια Άντζελοου [Maya Angelou, 1928-2014] ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια και πεζογράφος. Ασχολήθηκε με το θέατρο και τον κινηματογράφο. Πριν κάνει λογοτεχνική καριέρα, στα νεανικά της χρόνια δούλεψε ως μαγείρισσα, πόρνη, χορεύτρια σε νάιτ κλαμπ, κλπ. Αγωνίστηκε στην πρώτη γραμμή του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων. Το γνωστότερο πεζογράφημά της είναι το αυτοβιογραφικό Ξέρω γιατί κελαηδάει το πουλί στο κλουβί [I Know Why the Caged Bird Sings, 1969]. Πέθανε σήμερα, 28 Μαΐου 2014, σε ηλικία 86 χρονών.
Συνέχεια →

Ετικέτες