Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Ακρίβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Ακρίβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Αλλάζει πουκάμισο το φίδι - Κώστας Ακρίβος

0 σχόλια
Ο Κώστας Ακρίβος χωρίζει το βιβλίο του σε 7+1 κεφάλαια [δεν ξέρω αν υπάρχει ηθελημένος συμβολισμός σ’ αυτό – υποψιάζομαι πως ναι]. Κάθε ένα απ’ αυτά τα κεφάλαια είναι και ένα ταξίδι στον (ελληνικό και μη) ΧΩΡΟ και ΧΡΟΝΟ. Αφορμή γι’ αυτά τα ταξίδια είναι ένα πραγματικό περιστατικό – όπως δηλώνει ο ίδιος σε συνεντεύξεις του – όταν σοκάρεται από τον τρόπο με τον οποίο ένας ξένος [ο Τούρκος Χασάν, στο βιβλίο] βλέπει την Ελλάδα της κρίσης. Τρόπο που δηλώνει οίκτο αλλά και πιθανή χαιρεκακία. [Σε όλο το βιβλίο ο αφηγητής νιώθει έντονη την ανάγκη να μάθει πώς βλέπουν εμάς τους Έλληνες οι ξένοι. Άλλο, βέβαια, είναι να γνωρίζουμε εμείς τα ελαττώματά μας κι άλλο να μας τα τρίβουν στη μούρη οι άλλοι.] Η απόφασή του βοηθιέται κάποια στιγμή από μια παροδική αναπηρία [μια επέμβαση στο χέρι] και τη συνακόλουθη αναρρωτική άδεια που τον βγάζει στον δρόμο, αρχικά οδοιπόρο σε αναζήτηση του τι έχει μείνει από την Ελλάδα της αρχαίας και της σύγχρονης εθνικής αφήγησης. Ταυτόχρονα, με το τσίγκλισμα κάποιων μυστηριωδών μηνυμάτων, αναζητά και τη χαμένη του (;) συγγραφική έμπνευση.
Ο πραγματικός χρόνος των ταξιδιών εκτείνεται περίπου από τις αρχές του 2010 ως τις αρχές του 2013. Ωστόσο, ο μυθιστορηματικός χρόνος πηδάει συνέχεια από το παρόν στο παρελθόν και κάποια στιγμή στο μέλλον. Αυτό που απασχολεί εναγωνίως τον αφηγητή-ταξιδευτή είναι να ανακαλύψει τι κράτησε ζωντανό αυτό τον τόπο, αυτό τον πολιτισμό, όλους αυτούς τους αιώνες. Και αν μένει ακόμη κάποια σπίθα απ’ όλα αυτά ή αν τα έχουν σβήσει για πάντα η ιδιοτέλεια, ο ωχαδερφισμός, η καλοπέραση κι ο εύκολος πλουτισμός – για να αναφέρω μερικά μόνο από τα αρνητικά χαρακτηριστικά που διάφοροι χαρακτήρες του βιβλίου προσάπτουν στον σύγχρονο Έλληνα.
Ο αφηγητής – είναι και δεν είναι ο συγγραφέας: μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, αν και σε κάποια στιγμή ο Κ.Α. παίρνει τις αποστάσεις του μέσω μιας τριτοπρόσωπης αφήγησης – καταπιάνεται με άγνωστες πτυχές της Ελλάδας που ξέρουμε ή δεν ξέρουμε [άλλη ιστορία αυτή]. Με ξεχασμένους μύθους [έποψ-τσαλαπετεινός/Κένταυρος Φόλος], λέξεις [μποτσουλάδι, μολόχα, τζίπα], έθιμα, λαογραφικά στοιχεία [κατασκευή τσαμπούνας, καραγκιόζης], αλλά και ανθρώπους. Ανθρώπους παλιούς και καινούργιους, γνωστούς και λιγότερο γνωστούς ή εντελώς άγνωστους – καθημερινούς μικρούς [από άποψη φήμης] ήρωες. Ο συγγραφέας σκύβει πάνω απ’ όλα αυτά με ευλάβεια και ταπεινότητα και σιγά-σιγά υφαίνει τον ιστό αυτού που ήταν και εξακολουθεί να είναι η Ελλάδα. Ευγένεια ψυχής, ανήσυχο πνεύμα, δημιουργική φαντασία, φιλομάθεια, ευαισθησία, μεράκι, λεβεντιά, ανιδιοτελής προσφορά [δεν τα εξαντλώ]. Και πάνω απ’ όλα, αυτό που του χαρίζεται ως έμπνευση μια (παράνομη) νύχτα στην Ακρόπολη: «η αρχοντιά της φτώχειας».
Ο Κ.Α. γνωρίζει ότι όλη αυτή η μεγαλοσύνη δεν χωράει στο στενό παπούτσι – ας μου επιτραπεί η έκφραση – μιας κακώς νοούμενης μονοδιάστατης «ελληνικότητας» [ελληνολατρίας]. Ο δικός του ελληνικός κόσμος έχει χώρο για τους αιρετικούς Ισλαμιστές Μπεκτασήδες, τον Τούρκο ποιητή και επαναστάτη Μπεντρετίν, τα αρβανίτικα του Μάρκου Μπότσαρη, τον Αυστριακό Αλφόνς, τον Ελληνο-Νορβηγό Ούλαφ Δημήτρη Ρόε, τους καθημερινούς Αλβανούς μετανάστες, τα φτωχά παιδιά από το Πακιστάν ή το Μπαγκλαντές. Αυτός ο τόπος είναι ένα μεγάλο χωνευτήρι όπου αξία δεν έχει το σωματικό DNA αλλά το πολιτισμικό DNA που συνεισφέρει ο καθένας.
Η λογοτεχνική υφαντουργία του Κ.Α. – με πολλή δουλειά, αληθινό κοιλοπόνημα – στήνει έναν κόσμο γοητευτικό με ήρωες άλλους γνωστούς, τους περισσότερους παρεξηγημένους ή άγνωστους. Έναν κόσμο με φίλους [τον Τσιρίλο, τον Παρασκευά, τη Ράνια], ανθρώπους ανοιχτούς και φιλόξενους [Ποιον να πρωτοθυμηθείς;], παρέες, τσίπουρο, κρασί (ρετσίνα), ή ρούμι, μουσικές, ποίηση, την ΑΥΡΑ, τον ΔΙΟΝΥΣΗ, τον ΚΑΒΟΥΡΑ, το ΡΑΚΟΥΜΕΛ, το ΚΟΡΤΟ ΜΑΛΤΕΖΕ, τη ΜΙΝΕΡΒΑ, και το ιδανικό βιβλιοπωλείο, τον ΦΑΡΟ, που ικανοποιεί την κάθε σου βιβλιοφιλική απορία. Έναν κόσμο που σε καλεί να τον κατοικήσεις. Νιώθεις άνετα εκεί μέσα. Πιάνεις τον εαυτό σου να λέει «κι εγώ έχω νιώσει έτσι», «κι εγώ το έχω ζήσει αυτό» ή «θα ήθελα να το ζήσω». Έναν κόσμο, τελικά, που ο συγγραφέας σε κάνει να αισθάνεσαι ότι αξίζει να επιβιώσει.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό που κάνει εντέλει τόσο γοητευτικό το μυθιστόρημα του Κ.Α. είναι το παιχνίδι του με τα όρια, με αυτό που είναι και δεν είναι. Ο τρόπος που «ασύστολα» καταπατά τα όρια μεταξύ μυθιστορήματος, ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, ποίησης, δοκιμίου, κινηματογραφικής κριτικής. Όλα αυτά δένουν ιδανικά με το κεντρικό νήμα της αφήγησης. Ας δώσω ένα παράδειγμα. Είναι εντυπωσιακό το πώς οι ταινίες πχ, που χρησιμοποιεί στο βιβλίο στην ουσία αποτελούν κατά κάποιον τρόπο σχόλια για το ίδιο το μυθιστόρημα. Θυμάμαι τα λόγια του για την ταινία του Λεχ Μαγιέφσκι «Ο μύλος και ο σταυρός», που αναφέρεται στον πίνακα του Μπρίγκελ «Ο δρόμος για τον Γολγοθά», ότι το κεντρικό θέμα (ο Χριστός που οδεύει προς τον Γολγοθά) περνάει σε δεύτερη μοίρα γιατί πρωταγωνιστές είναι οι πεντακόσιες ανθρώπινες φιγούρες με τα διάφορα επεισόδια της ζωής τους (που περιβάλλουν την κεντρική σκηνή). Αυτό δεν γίνεται και με το βιβλίο;  Ή το «ταξίδι» του ήρωα του «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» του Γούντι Άλεν που επιστρέφει νοσταλγικά στον κόσμο των δικών του νεκρών ηρώων. Η νύχτα στο Παρίσι μπορεί κάλλιστα να γίνει μια νύχτα στην Ακρόπολη. Το «Άλογο του Τορίνο» του Μπέλα Ταρ μπορεί άνετα να αναφέρεται στην ίδια την προσπάθεια του συγγραφέα να αξιοποιήσει μέσω της μυθοπλασίας τα τρίμματα μιας πράξης για να φωτίσει το βλάσφημο την ύβρη το ασεβές.
Νομίζω ότι αρκούν αυτά για εισαγωγή στο βιβλίο και στη συζήτηση. Θέλω να τελειώσω ευχαριστώντας τον Κώστα για τα λυτρωτικά βουρκώματα που μου πρόσφερε το «Αλλάζει πουκάμισο το φίδι» αλλά και τις πολλαπλές ανατριχίλες στις οποίες με υπέβαλε η ανάγνωσή του.


[Το παραπάνω κείμενο είναι η συμβολή μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Ακρίβου "Αλλάζει πουκάμισο το φίδι" στο Αχίλλειο του Βόλου, στις 4/12/2013.]

Συνέχεια →
Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Ποιος θυμάται τον Αλφόνς; (του Κώστα Ακρίβου)

0 σχόλια
Κλείνοντας το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου "Ποιος θυμάται τον Αλφόνς;" διακατέχομαι από αντιφατικά συναισθήματα. Από τη μια, η επίγευση της αναγνωστικής απόλαυσης και η έλξη που άσκησε πάνω μου μια προσωπικότητα σαν του ήρωά του, κι από την άλλη, η θλίψη που τέτοιοι άνθρωποι περνάνε από δίπλα μας χωρίς το μεγαλείο τους να γίνεται αντιληπτό.Είναι άραγε η εγγύτητα που δεν μας επιτρέπει να το δούμε; Ή μήπως η ανθρώπινη ζηλοφθονία που δεν μας αφήνει να το παραδεχτούμε; Σε έναν τόπο σαν τον δικό μας που βρίθει από αρχαίους μύθους, αρχαίους ήρωες και θεούς, πολύ λίγος χώρος μένει για σύγχρονους.


Κι όμως ένας τέτοιος έζησε ανάμεσά μας με τον δικό του "λοξό" τρόπο και ο Κ.Α. καταφέρνει να φωτίσει την προσωπικότητά του μέσα από μια σημαντική έρευνα που φαντάζομαι ότι  υπήρξε δύσκολη και χρονοβόρα. Νομίζω πως αρχίζει να διαμορφώνεται μια τάση στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία (πρόχειρα σημειώνω τον Χιώτη Γιάννη Μακριδάκη) αναδίφησης στην μικρο-ιστορία του κάθε τόπου έτσι ώστε να βγουν στην επιφάνεια ξεχασμένες ιστορίες και να αναδειχθούν και να επανεξεταστούν παρεξηγημένες (συνήθως) μορφές.

Ο Κ.Α. κάνει μυθιστόρημα κυρίως την αναζήτησή του, την ίδια του την αγωνία για το πώς θα χειριστεί το υλικό του, τη συναισθηματική του εμπλοκή με τον Αλφόνς. Ή μήπως την εμπλοκή του αφηγητή του με τον Αλφόνς; Γιατί ο αφηγητής είναι και δεν είναι ο συγγραφέας. Εδώ ο Κ.Α. παίζει ένα παιχνίδι με τον αναγνώστη. Ενώ στην αρχή φαίνεται απόλυτη η ταύτισή του με τον άνθρωπο που "αναζητά" τον Αλφόνς, σιγά-σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι ο ίδιος παίρνει αποστάσεις. Προς το τέλος μάλιστα, κάποιος τον αποκαλεί Στέργιο, σφραγίζοντας τη διαφοροποίηση. Είναι όμως πραγματική ή μήπως ο Κ.Α. θέλει να μας δείξει μ' αυτό ότι η ιστορία που διαβάζουμε είναι κι αυτή. όπως και το πρόσωπο του αφηγητή, εν μέρει κατασκευασμένη; Παραείναι πολλά τα στοιχεία που υποτίθεται πως έχει αφήσει πίσω του ο Αλφόνς (ιδίως τα ημερολόγιά του) για να είναι όλα αληθινά. Αυτό δεν το λέω ως κατηγόρια. Αντίθετα, είναι ο μεγαλύτερός μου έπαινος προς τον συγγραφέα: μας πείθει πως η μυθοπλασία του δεν είναι μυθοπλασία.

Αν η υπόθεσή μου ισχύει, τότε πραγματικά έχουμε ένα μυθιστόρημα μοναδικό. Δεν ξέρω αν μπόρεσε να βρει το Rosebud του Αλφόνς, όμως ο Κ.Α. καταφέρνει με παιγνιώδη τρόπο να θολώσει και να αμφισβητήσει τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και τη βιογραφία. Από αυτή την άποψη, νομίζω ότι το βιβλίο ξαναβρίσκει το νήμα που ο Κώστας Ακρίβος είχε αφήσει στο "Σφαίρα στο βυζί" (ας με συγχωρέσει αν μου ξέφυγε κάτι) δείχνοντας πια ιδιαίτερη συγγραφική ωριμότητα και εξαιρετικό έλεγχο του υλικού του.

Το μυθιστόρημα πείθει (ως βιογραφία;) και δεν είναι τυχαίο που ο Βόλος και το Πήλιο, με αφορμή το βιβλίο, ξαναθυμήθηκαν μια μάλλον ξεχασμένη φιγούρα τους. Οι συζητήσεις που κατά καιρούς ακούω μοιάζουν να δημιουργούν σχεδόν έναν καινούργιο θρύλο αναπλάθοντας τον παλιό. Να λοιπόν που η λογοτεχνία μπορεί να επιδρά πάνω στη ζωή. Άλλωστε, κατά μία έννοια, ποιος θα ήταν ο Αλφόνς χωρίς τον συγγραφέα του;

(Διαβάστε συνέντευξη του συγγραφέα εδώ)
Συνέχεια →

Ετικέτες