Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Με λένε Ευρώπη - Γκαζμέντ Καπλάνι (εκδ. ΛIBANH)

4 σχόλια
Φοβάμαι πως η αίσθηση περιούσιου λαού που έχουμε πολύ λίγο συνάδει με τη σημερινή πραγματικότητα και ακόμη λιγότερο βοηθάει να δούμε τον Άλλο ως ισότιμό μας. Πόσω μάλλον όταν αυτός ο άλλος έρχεται ως μετανάστης (συνήθως "παράνομος") στη χώρα μας. Βέβαια, ούτε η μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας ούτε η ξενοφοβία είναι αποκλειστικά μας προνόμια. Τα διαθέτουν σε αφθονία πολλοί λαοί του λεγόμενου δυτικού κόσμου (και όχι μόνο). Σε μας τουλάχιστον εξισορροπείται (θέλω να πιστεύω) σε κάποιο βαθμό από τα απομεινάρια μιας πατροπαράδοτης φιλοξενίας και τη συνείδηση ότι υπήρξαμε κατ' επανάληψη μετανάστες και πρόσφυγες οι ίδιοι.

Το βιβλίο του Γκαζμέντ Καπλάνι, Με λένε Ευρώπη, πέρα από την εξιστόρηση των μεταναστευτικών περιπετειών του ήρωα από την Αλβανία στην Ελλάδα, αφηγείται και τον έρωτά του για την Ευρώπη (εύγλωττος ο συμβολισμός), την πρώτη Ελληνίδα την οποία ερωτεύεται, και μέσω αυτής την προσαρμογή του στο νέο περιβάλλον. Η ιστορία ξεκινά με τον (ανώνυμο) αφηγητή να επιστρέφει στα Τίρανα το 2041 για να διαπιστώσει πόσο ξένος είναι στην παλιά του πατρίδα και να μείνει έκπληκτος που οι συμπατριώτες του αντιμετωπίζουν ρατσιστικά τους δικούς τους πια μετανάστες (κυρίως Κινέζους), έχοντας ξεχάσει τη δική τους εμπειρία. Η πλοκή διακόπτεται συχνά από πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις μεταναστών (κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και Ελλήνων στο εξωτερικό) για το τι βιώνει κανείς όντας ξένος και ανεπιθύμητος - πολλές φορές ακόμη και στη χώρα όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε αλλά που πολίτης της δεν δικαιούται να γίνει.



Το εύρημα της επίσκεψης στην Αλβανία του μέλλοντος επιτρέπει στον συγγραφέα να μιλήσει για τον  ρατσισμό γενικότερα χωρίς να ξεπέφτει σε εύκολες (έστω και δικαιολογημένες) αιτιάσεις. Ακόμη και οι μαρτυρίες των μεταναστών δεν κυριαρχούνται από κάποιον καταγγελτικό λόγο, αλλά αντίθετα διακατέχονται από μια συγκινητική αγάπη για την Ελλάδα, τη νέα τους πατρίδα. Τα απερίγραπτα βάσανα αυτών των ανθρώπων τούς έχουν οδηγήσει να βλέπουν τα λίγα που μίζερα τους προσφέρει αυτή η χώρα με μιαν απέραντη ευγνωμοσύνη. Έστω κι αν ποτέ δεν τους έδωσε την αναγνώριση που (πολλοί) δικαιούνται.

Για μένα το πιο ενδιαφέρον κομμάτι ήταν η επαφή του ήρωα με την ελληνική γλώσσα. Εκτός από τις καθημερινές του εμπειρίες, αυτή γίνεται κυρίως μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου του Κώστα Ταχτσή Το φοβερό βήμα και μέσω της Ευρώπης. Η Ευρώπη παίζει γενικότερα καταλυτικό ρόλο στη βαθύτερη γνωριμία του με τη νέα του πατρίδα - τι καλύτερο από έναν έρωτα για οδηγός σε μια καινούργια χώρα και σε μια καινούργια γλώσσα! Αυτή η πορεία εξοικείωσης του αφηγητή με την ελληνική κουλτούρα βοηθάει τον Γ.Κ. να μας μιλήσει συνολικά για την σημερινή ελληνική πραγματικότητα με εξαιρετική οξυδέρκεια, έχοντας βέβαια την απόσταση που χρειάζεται κάτι τέτοιο. Αλλά και όταν μιλάει για την Αλβανία του Ενβέρ Χότζα που άφησε πίσω του, το κάνει με εξαιρετικό χιούμορ και διεισδυτικότητα. Όμως, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα - όσο παράξενο και να φανεί σε κάποιους - είναι η ρέουσα γλώσσα του κειμένου, που πολλές φορές νοιώθεις να "έρχεται από το στομάχι" (εύστοχη παρατήρηση κατά τη συζήτηση του βιβλίου στη λέσχη μας). Γλώσσα που  με τη  φυσικότητά της καθόλου δεν θυμίζει την επιτήδευση (έστω και με εμπνευσμένο τρόπο) άλλων (διάσημων) συγγραφέων που έγραψαν σε γλώσσα που δεν ήταν η μητρική τους.

Το πόσο απολαυστικό είναι το κείμενο του Γκαζμέντ Καπλάνι ήταν κάτι που επισημάνθηκε από όλους όσους πήραν τον λόγο κατά τη διάρκεια της συζήτησης για το βιβλίο. Όπως επίσης διάχυτη ήταν η συγκίνηση και η συμπάθεια προς εκείνους που ζουν με ελάχιστα δικαιώματα σε αυτήν ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα (έστω κι αν είναι "εύκολη" αυτή η συμπαράσταση του αναγνώστη...). Δεν μένει παρά να περιμένουμε το κλείσιμο της άτυπης αυτής "τριλογίας των συνόρων" (που ξεκίνησε με το Μικρό ημερολόγιο συνόρων) από τον Γκαζμέντ Καπλάνι, με ένα τρίτο βιβλίο που ήδη βρίσκεται στα σκαριά, όπως ο ίδιος δήλωσε. Θα περιμένουμε με ανυπομονησία την ευκαιρία να το συζητήσουμε κι αυτό μαζί του.
Συνέχεια →
Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Η συζήτηση με τον Γκαζμέντ Καπλάνι

0 σχόλια

Την Κυριακή 20 Μαρτίου η Λέσχη μας είχε φιλοξενούμενο τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γκαζμέντ Καπλάνι για να παραστεί στη συζήτηση του βιβλίου του Με λένε Ευρώπη.

Εκτός από τα μέλη, παραβρέθηκαν στη συνάντησή μας και αρκετοί φίλοι δημιουργώντας ένα ζεστό κλίμα και μια πολύ ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων για το βιβλίο και όχι μόνο. Ήταν προφανής η θετική εντύπωση που έκανε το βιβλίο τόσο από λογοτεχνική άποψη όσο και ως ντοκουμέντο για τη ζωή και τα προβλήματα των μεταναστών στην Ελλάδα. Ο κ. Καπλάνι τόνισε την προσπάθειά του να συγγράψει λογοτεχνία και όχι μαρτυρία (memoirs ήταν ο όρος που χρησιμοποίησε) και μίλησε για την εμπειρία του ως μετανάστη. Από πολλούς επισημάνθηκε το πετυχημένο παιχνίδι του συγγραφέα ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα αλλά και η δύναμη της γραφής του "που βγαίνει από το στομάχι", όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε.

Για όλους εμάς ήταν μια μοναδική εμπειρία να έχουμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε από κοντά τον συγγραφέα του βιβλίου που διαβάσαμε. Δεν ήταν μόνο η συζήτηση αλλά όλη η γνωριμία με τον Γκαζμέντ Καπλάνι και το σαββατοκύριακο που περάσαμε μαζί που μας κάνει να θεωρούμε την εκδήλωση αυτή κορυφαία στιγμή της τετράχρονης πορείας της Λέσχης μας.








Συνέχεια →
Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ - Μάρω Δούκα (εκδ. ΠATAKH)

0 σχόλια
Παρακολουθώ από κοντά τη συγγραφική δουλειά της Μάρως Δούκα από τότε που με γοήτεψε με το πρώτο της μυθιστόρημα, την Αρχαία σκουριά. Πότε με αφήνει αμήχανο και μπερδεμένο με την Ουράνια μηχανική της και πότε με συνεπαίρνει με τους Αθώους και φταίχτες ή με το Εις τον πάτο της εικόνας. Όποια όμως και να είναι η εντύπωσή μου για το κάθε βιβλίο της, το σίγουρο είναι πως κανένα τους δεν μπορεί να σε αφήσει αδιάφορο. Πάντα ανοίγουν μέσα σου έναν διάλογο που κρατά καιρό αφού τα έχεις κλείσει. Είμαι σίγουρος ότι το ίδιο θα συμβεί και με το τελευταίο της, Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, που αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας άτυπης τριλογίας.

Στο μυθιστόρημα, η νεαρή Βιργινία, μοναχοκόρη της οικογένειας Παγώνη, που γνωρίσαμε στους Αθώους και φταίχτες, προσπαθεί να βγει από το προσωπικό της τέλμα ψάχνοντας παλιές κατοχικές ιστορίες. Βρίσκει ένα παλιό γράμμα και κάποια παλιά τετράδια με σημειώσεις του κατάκοιτου εκατόχρονου παππού της και ξεκινάει μια περιπλάνηση στην τοπική ιστορία της πόλης των Χανίων για να διαπιστώσει πόσα πράγματα, πόσες αλήθειες και πόσα δίκια, ξεχάστηκαν ή κουκουλώθηκαν όλα αυτά τα χρόνια.

Έχουμε ξαναμιλήσει για την τάση που διαμορφώνεται στην ελληνική λογοτεχνία (Ανάμισης ντενεκές - Ποιος θυμάται τον Αλφόνς) για αναδίφηση στην τοπική ιστορία κάθε πόλης. Η Μ.Δ. επιστρέφει στην εποχή της γερμανικής κατοχής για να μιλήσει για όλους εκείνους τους περισσότερο ή λιγότερο γνωστούς που πήραν μέρος στην τοπική Εθνική Αντίσταση. Εθνική Αντίσταση που οδηγήθηκε στον Εμφύλιο. Σύμφωνα με τη συγγραφέα (και όχι μόνο), η παγίδα ήταν από πριν στημένη (από τους Εγγλέζους, κατά κύριο λόγο) για να πέσει μέσα το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Αν και τον τελευταίο καιρό έχει αναθερμανθεί η συζήτηση για την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο, ομολογώ ότι δεν είχα ξαναδιαβάσει τίποτα για όσα αναφέρονται στο βιβλίο. Από αυτή τη σκοπιά, είχε το ενδιαφέρον της και η εξιστόρηση των γεγονότων αλλά και η κατάθεση της άποψης της Μ.Δ. - πιθανολογώ ως αντίδραση σε μια "αναθεωρητική" τάση που παρουσιάζεται στην ελληνική ιστοριογραφία για την εποχή. Θα έλεγα, όμως, ότι το μυθιστόρημα είναι υπερβολικά φορτωμένο με ονόματα, ντοκουμέντα και λεπτομερείς αφηγήσεις επεισοδίων. Δεν θα στοίχιζε τίποτα στην αληθοφάνεια η αφαίρεση κάποιων (αρκετών) στοιχείων. Προσωπικά, αναγκάστηκα να διαβάζω κρατώντας σημειώσεις με τα ονόματα όλων εκείνων των δευτερευόντων και τριτευόντων χαρακτήρων (και ιστορικών προσώπων) για να μπορώ να παρακολουθήσω τα τεκταινόμενα. Επιπλέον, κάποια ονόματα αλλάζουν στην πορεία (χρησιμοποιούνται τα συνωμοτικά τους) ή μπαίνουν ως αρχικά. Μπορεί αυτό να αντικατοπτρίζει τις δυσκολίες της νεαρής ηρωίδας να ξεδιαλύνει το τι συνέβη μέσα από τα τετράδια του παππού, αλλά απαίτησε και μια ιδιαίτερη προσπάθεια από εμένα ως αναγνώστη. Δεν ξέρω πόσοι άλλοι θα έχουν τη δική μου επιμονή.

Στο τελευταίο μέρος η λογοτέχνης επανακάμπτει συνδέοντας τις άκρες από τα νήματα της πλοκής της. Εκεί αποκαλύπτονται και μερικές λεπτομέρειες από τις ζωές των ηρώων (ιδίως του παππού Γιώργη Κριαρά) που είχαν μείνει σκοτεινές και που ίσως εξηγούν τη μετέπειτα πορεία και τους τυχόν συμβιβασμούς τους. Ελπίζω ότι και η Βιργινία έβγαλε τα συμπεράσματά της από τη σύγκριση ανάμεσα σε κείνη την ηρωική αλλά δύσκολη εποχή και στο σήμερα (ας μην το περιγράψω). Πάντως, εγώ έμεινα με την εντύπωση ότι κάποιος (επιμελητής;) θα έπρεπε ίσως να είχε δώσει (καλύτερες) συμβουλές στη Μάρω Δούκα για τον όγκο των πραγματολογικών στοιχείων του βιβλίου. Ίσως τότε να μπορούσαμε να επικεντρωθούμε ευκολότερα στην ουσία του και στην αναγκαιότητα της αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας. Κάτι μου λέει πως το τρίτο μέρος της τριλογίας δεν θα είναι εξίσου καταπονητικό. Ανυπομονώ να το διαβάσω και ελπίζω να μην της ξαναπάρει έξι ολόκληρα χρόνια για να το (γράψει και να το) εκδώσει.

[Διαβάστε εδώ κριτικογραφία για το μυθιστόρημα από το αρχείο της BiblioNet.]

[Η Μάρω Δούκα θα παρουσιάσει το βιβλίο της στον Βόλο, στο βιβλιοπωλείο Χάρτα (Σκενδεράνη 16Α-Β), την Τρίτη, 15 Μαρτίου στις 8:30 μμ.]
Συνέχεια →

Ετικέτες