Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Μπαμπά [Daddy] - Σύλβια Πλαθ

2 σχόλια
Σύλβια Πλαθ
 Μπαμπά
                                                                                      
Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις
Άλλο πια, παπούτσι μαύρο
Που μέσα του έζησα σαν πόδι
Τριάντα χρόνια, αφελής και κακομοίρα,
Μετά βίας τολμούσα να ανασάνω ή να κάνω Αψού.

Μπαμπά, έπρεπε να σε σκοτώσω.
Πέθανες πριν βρω τον χρόνο…
Βαρύς σαν μάρμαρο, τσάντα γεμάτη με Θεό,
Άγαλμα φρικτό με ένα γκρίζο δάχτυλο στο πόδι
Μεγάλο σαν του Φρίσκο φώκια

Κι ένα κεφάλι  στον ιδιότροπο Ατλαντικό
Εκεί που πράσινο του φασολιού χύνεται μες στο μπλε
Στα νερά έξω από το όμορφο το Νώσετ.
Κάποτε προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη γλώσσα τη Γερμανική, στης Πολωνίας την πόλη
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα
Των πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Μα το όνομα της πόλης είναι πολύ κοινό.
Ο Πολωνός μου φίλος

Λέει πως υπάρχουν καμιά εικοσαριά.
Έτσι λοιπόν δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω πού
Πάτησες το πόδι σου, τη ρίζα σου,
Ποτέ δεν μπόρεσα να σου μιλήσω.
Η γλώσσα κόλλαγε στα δόντια μου.

Κόλλαγε στα αγκάθια ενός συρματοπλέγματος.
Ich, ich, ich, ich,
Με το ζόρι μπορούσα να μιλήσω.
Νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα πρόστυχη

Μια μηχανή, μια μηχανή
Που σαν Εβραία με ξεπέταγε.
Μια Εβραία στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα να μιλάω σαν Εβραία.
Νομίζω κάλλιστα μπορεί να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τυρόλου, η μπύρα η διάφανη της Βιέννης
Δεν είναι και πολύ αγνά ή αληθινά.
Με την τσιγγάνα πρόγονό μου και την τύχη την αλλόκοτη
Και την Ταρό μου τράπουλα και την Ταρό μου τράπουλα
Μπορεί να είμαι λίγο Εβραία.

Πάντα σε φοβόμουνα
Με τη Λουφτβάφε σου, τις μπούρδες σου
Και το περιποιημένο σου μουστάκι
Και το Άρειο το μάτι σου, λαμπερό γαλάζιο.
Άνθρωπε-panzer, panzer, Ω Εσύ…

Όχι Θεός αλλά μια σβάστικα
Τόσο μαύρη που κανείς ουρανός δεν θα τρυπούσε.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν Φασίστα,
Στο πρόσωπο την μπότα, την κτηνώδη
Κτηνώδη καρδιά ενός κτήνους σαν κι εσένα.

Στέκεσαι μπρος στον πίνακα, μπαμπά,
Στη φωτογραφία που έχω από σένα,
Το πιγούνι σου διχαλωτό κι όχι το πόδι
Μα όχι λιγότερο διαβολικός, όχι ούτε
Καθόλου λιγότερο ο μαύρος άντρας που στα δυο

Έκοψε με τα δόντια του την κόκκινη όμορφη καρδιά μου.
Ήμουνα δέκα όταν σε θάψανε.
Στα είκοσί μου να πεθάνω θέλησα
Και να γυρίσω πίσω, πίσω, πίσω σε σένα.
Σκέφτηκα πως ακόμη και τα κόκαλα θα αρκούσαν.

Μα με βγάλανε από τον σάκο,
Και με ξανακολλήσανε.
Και τότε κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω.
Έφτιαξα ένα ομοίωμά σου,
Έναν άντρα στα μαύρα με βλέμμα Meinkampf

Και αγάπη για τη βίδα και τη μέγγενη.
Και είπα δέχομαι, ναι.
Έτσι μπαμπά, επιτέλους τέλειωσα.
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζώθηκε,
Από μέσα του δεν θα ξανασυρθούν φωνές.

Αν έναν άντρα σκότωσα, έχω σκοτώσει δύο…
Τον βρικόλακα που έλεγε πως είσαι εσύ
Και μου έπινε το αίμα για ένα χρόνο,
Εφτά χρόνια, αν θες να ξέρεις.
Μπαμπά, ξάπλωσε τώρα.

Στη μαύρη σου χοντρή καρδιά ένα παλούκι
Κι οι χωρικοί ποτέ δεν σε συμπάθησαν.
Χορεύουνε και σε ποδοπατούν.
Πως ήσουν εσύ πάντα το ξέραν.
Μπαμπά, μπαμπά, γαμώτο σου, τέλειωσα.




[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Σημειώσεις:

- "με ένα γκρίζο δάχτυλο στο πόδι" : Ο πατέρας της Πλαθ, Ότο Πλαθ, καθηγητής Γερμανικών και Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, είχε πάθει γάγγραινα στο πόδι, ως επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη από τον οποίον υπέφερε.
- "Νώσετ": παραλία βόρεια της Βοστόνης, τόπος παιδικών διακοπών της ποιήτριας.
- "Στης Πολωνίας την πόλη": Grabow, πόλη στην οποία γεννήθηκε ο Ότο Πλαθ.

- "panzer": σημαίνει πανοπλία στα γερμανικά. Επίσης, τύπος αρμάτων μάχης στον Β' Παγκόσμιο. 
- "Meinkampf": "Ο Αγών μου" - αυτοβιογραφικό και προπαγανδιστικό βιβλίο του Χίτλερ.
- άλλα γερμανικά στο κείμενο: Ich=Εγώ, Ach, du=Ω, εσύ

[Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο κι εδώ δείτε την ποιήτρια να απαγγέλλει το ποίημα.]
Συνέχεια →
Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

"Μέσα στην ομορφιά βαδίζει" - Byron (πειραγμένο)

1 σχόλια
Μέσα στην ομορφιά βαδίζει

Πανέμορφη βαδίζει, σαν τη νύχτα
Ανέφελων κλιμάτων κι ενάστρων ουρανών .
Κι ό,τι πιο όμορφο στο φως και το σκοτάδι
Στα μάτια της με θρίαμβο ανταμώνουν :
Λιωμένα μες την μαύρη πυρκαγιά
Τη μέρα τη φανταχτερή περιφρονούνε.

Μια σκιά ακόμη, μια ακτίνα δα πιο λίγη
Θα ’χε χαθεί η χάρη η φευγαλέα η ανείπωτη
Που στέφει των μαλλιών τούς καταρράκτες,
Ή σαν αχνή φεγγοβολιά πάνω στον κρόταφο,
Λιγνό κερί, της νύχτας σύντροφος πιστός,
Χλωμό τις συλλογές της παραστέκει.

Και κει στο μάγουλο ή στων φρυδιών απάνω τη γραμμή,
Γαλήνια απλώνονται ως βέβαιοι νικητές
Αγέρωχα χαμόγελα, λάβαρα που ανεμίζουν .
Καταμεσής στη νύχτα καταφθάνει – ανηλεής και ελεήμων –
Τροπαιοφόρος έρως φωτηλάτης
Δικούς του ήλιους σ’ όσους ταπεινωθούν για να δωρίσει.


[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →
Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

DIVISADERO - Μάικλ Οντάατζε (ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ)

0 σχόλια
Όταν ξεκίνησα να διαβάζω το Divisadero, το τελευταίο μυθιστόρημα του Μάικλ Οντάατζε, είχα την εντύπωση ότι θα διάβαζα κάποιο μπεστ-σέλερ (δεν χρησιμοποιώ τη λέξη αρνητικά). Είχε προηγηθεί, βλέπετε, η επιτυχία του "Άγγλου ασθενή" (Booker 1992 εξ ημισείας με την "Ιερή πείνα" του Μπάρι Άνσγουορθ) που υποβοηθήθηκε φυσικά από την ταινία του Άντονι Μινγκέλα. Με έκπληξη διαπίστωσα πόσο δύσκολο και ποιητικό είναι αυτό το πέμπτο μυθιστόρημά του (σε διάστημα 31 ετών! - ενδιάμεσα έχει δημοσιεύσει κάμποσες ποιητικές συλλογές και μία αυτοβιογραφία).

"Εγώ έρχομαι από την οδό Divisadero. Divisadero στα ισπανικά σημαίνει 'διαχωρισμός' και είναι ο δρόμος που κάποτε αποτελούσε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο Σαν Φρανσίσκο και στο Πρεζίντιο. Μα μπορεί να προέρχεται και από τη λέξη divisar, που σημαίνει 'κοιτώ κάτι εξ αποστάσεως'"

Ένα βιβλίο λοιπόν για τις διαχωριστικές γραμμές, για τα όρια, για
ό,τι χωρίζει και ταυτόχρονα ενώνει τους ανθρώπους (η γοητεία του
διαφορετικού!). Αταίριαστους ανθρώπους (δεν είμαστε όλοι τέτοιοι;),
όπως οι ήρωες του Μ.Ο., που ρίχνονται ο ένας δίπλα στον άλλο από
παράξενα παιχνίδια της τύχης. Ο πατέρας της Άννας μαζεύει (σαν ορφανά
γατάκια) την Κλερ, που η μάνα της πεθαίνει στη γέννα (όπως και της
Άννας), και τον Κουπ, που στα τέσσερά του γίνεται μάρτυρας και
μοναδικός επιζών του φόνου της οικογένειάς του. Στην ιδιότυπη εκείνη
Εδέμ μεγαλώνουν τα τρία παιδιά ώσπου η "αμαρτία" εισβάλλει και
διαλύει τα πάντα στέλνοντάς τους όλους στους τέσσερις ανέμους. Είναι
αυτό το "συμβάν" που στιγματίζει τις ζωές όλων τους σαν ένα
αξεπέραστο προπατορικό αμάρτημα.

Όμως ο Μ.Ο. δεν μένει "πιστός" στους ήρωές του. Κι άλλοι
"αταίριαστοι" εμφανίζονται στις χαλαρά συνδεδεμένες ιστορίες του,
διαγκωνιζόμενοι για μια θέση στο προσκήνιο. Εξάλλου ο ίδιος αναφέρει
τη χαρακτηριστική πρόταση με την οποία αρχίζει ο Ντίκενς τον Δαβίδ
Κόπερφιλντ.
"Εάν θα γίνω εντέλει ο ήρωας της ζωής μου ή αν τον ρόλο αυτό θα τον
παίξει κάποιος άλλος, σίγουρα τούτες οι σελίδες θα το δείξουν."

Έτσι, λίγο μετά τη μέση του βιβλίου, πρωταγωνιστής γίνεται ένα
δευτερεύον πρόσωπο μιας άλλης ιστορίας: ένας συγγραφέας, τη ζωή του
οποίου μελετούσε η Άννα. Είναι άραγε αυτός ένας τρόπος να μας μιλήσει
ο Μ.Ο. για το τι βρίσκεται πίσω από τη συγγραφική δημιουργία και
τελικά για τον ίδιο τον εαυτό του; Κατά κάποιον τρόπο όλα τα θέματα
του βιβλίου επανέρχονται στα τελευταία κομμάτια. Οι διαχωριστικές
γραμμές ως όρια που περνάμε χωρίς επιστροφή. Οι νεανικές πράξεις που
σημαδεύουν την υπόλοιπη ζωή μας. Η εξιλέωση. Η υιοθεσία. Οι
λεπτομέρειες που μας κάνουν αυτό που είμαστε.
[Τι μένει από τους ανθρώπους; Μια φωτογραφία της Άννας τραβηγμένη από
τον Ραφαέλ- τον εραστή της. Το σπίτι, οι κασέτες, τα βιβλία του
Σεγκουρά. Ένα κλαράκι αψέντι που βάζει σαν σελιδοδείκτη ο πατέρας του
Ραφαέλ. Το λάστιχο στο μπράτσο της Μπρίτζετ, της ηρωινομανούς
ερωμένης του Κουπ. Χειρονομίες. Θραύσματα αναμνήσεων.]

Παρ'όλη την έλλειψη συνεκτικής πλοκής, οι επιμέρους εικόνες που
δημιουργεί ο Μ.Ο. είναι εξαιρετικά έντονες. Τα μαθήματα στον Κουπ για
το πώς να κλέβει στα χαρτιά. Ο Ντορν και η Ρουθ που μαθαίνουν για την
εισβολή στο Ιράκ ντυμένοι με παραδοσιακά κοστούμια μιας παιδικής
γιορτής. Το νυχτερινό ταξίδι της Κλερ με τον Κουπ. Οι αναμνήσεις του
Ραφαέλ από τους γονείς του. Εκεί που ο ρυθμός αποκτά μια υπνωτιστική
χαλαρότητα, ξαφνικά όλα συμπυκνώνονται σε μια κορύφωση μοναδικής
λογοτεχνικής απόλαυσης. Και εκεί ακριβώς ο Ονταάτζε κερδίζει το
στοίχημα.


[Διαβάστε εδώ βιογραφικά στοιχεία του Μάικλ Οντάατζε και εργογραφία του στα ελληνικά]
Συνέχεια →
Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Πέθανε ο Χάρι Μούλις (Harry Mulisch)

0 σχόλια
Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 83 ετών ο Ολλανδός συγγραφέας Χάρι Μούλις, ο οποίος έγινε ιδιαίτερα γνωστός με τα βιβλία του Η Ανακάλυψη του Ουρανού και Η Απόπειρα.

Με περισσότερα από 70 διηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, ποιήματα και θεατρικά έργα, ο Μούλις θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Ολλανδούς συγγραφείς.

Πολλά από τα έργα του επικεντρώνονται στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ το το βιβλίο του η Ανακάλυψη του Ουρανού ψηφίστηκε το 2007 ως το καλύτερο βιβλίο σε όλη την ιστορία της Ολλανδίας.

Ο συγγραφέας, ο οποίος θεωρείτο από πολλούς ως υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, απεβίωσε το Σάββατο στην κατοικία του στο Αμστερνταμ έπειτα από μάχη με τον καρκίνο.

Άλλα βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά είναι Το πέτρινο νυφικό κρεβάτι, Ζίγκφριντ, ο γιος του κτήνους  και Η διαδικασία.
Συνέχεια →

Ετικέτες