Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικες βιτρίνες - Τα βιβλία των γιορτών

0 σχόλια
Στη "Χρονιά της ερήμου" του Πέδρο Μαϊράλ, η ηρωίδα ονειρεύεται ένα γαλάζιο φόρεμα που έχει δει σε μια βιτρίνα. Η κρίση (η "κοσμοχαλασιά") δεν θα της επιτρέψει να το αποκτήσει ποτέ. Τα παιδάκια στις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες στέκονται με τις ώρες έξω από τις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων χαζεύοντας τούρτες και μελομακάρονα. Αναρωτιέμαι πόσο απέχουμε από το να μας γίνουν και τα βιβλία είδος πολυτελείας. Πόσα βιβλία μπορεί να αγοράσει κανείς όταν το κόστος του καθενός απ' αυτά ξεπερνάει τον ημερήσιο προϋπολογισμό του; Ας σταθούμε λοιπόν έξω από τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων και ας ονειρευτούμε ότι μπορούμε να διαβάσουμε όλα εκείνα που γαργαλάνε την (πάντα) παιδική φαντασία μας.

Μου φαίνεται πως φέτος οι εκδότες βάλθηκαν να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Είχα χρόνια να δω τόσες πολλές καλές επιλογές στον χώρο του βιβλίου. Να είναι άραγε η ανέχεια της κρίσης που διογκώνει στα μάτια μου το φωτεινό αντικείμενο του πόθου; Ιδιαίτερα στην ελληνική λογοτεχνία, σχεδόν όλα τα ονόματα πρώτης γραμμής έχουν κάποιο μυθιστόρημα να παρουσιάσουν αυτές τις γιορτές.

Να ξεκαθαρίσω μόνο ότι κανένα απ' αυτά τα βιβλία δεν έχω διαβάσει. Απλώς ονειρεύομαι να τα διαβάσω. Τις πληροφορίες τις άντλησα από τις βιβλιοπαρουσιάσεις αυτών των ημερών στον Τύπο. Ευελπιστώ ότι με κάποια από αυτά το φλερτ μου θα τελεσφορήσει.

Ελληνική Λογοτεχνία

Τα σακιά - Ιωάννα Καρυστιάνη (Καστανιώτη)
Η συγγραφέας της "Μικράς Αγγλίας" και του "Σουέλ" επανέρχεται με ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα για την ενοχή και για το φορτίο που κουβαλάει ο καθένας στην πλάτη του. Η Βιβή Χολέβα έχει να αντιμετωπίσει έναν γιο στη φυλακή για βιασμό και φόνο. Το πικρό χιούμορ και η δυνατή γραφή της Καρυστιάνη κάνει ακόμη κι ένα "βαρύ" θέμα να "πετάει".


Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ - Μάρω Δούκα (Πατάκη)
Για άλλη μια φορά η συγγραφέας καταπιάνεται με την Ιστορία. Η Βιργινία ανασκαλεύει ιστορίες του παρελθόντος. Τι συνέβη λίγο μετά την Κατοχή στην Κρήτη; Γιατί καθυστέρησαν να φύγουν οι Γερμανοί από το νησί; Ποιος ο ρόλος των Άγγλων και των αντιστασιακών; Αντέχουμε εμείς οι σύγχρονοι να μάθουμε την ιστορική αλήθεια;


Μαύρος Μακεδών - Θανάσης Σκρούμπελος (Τόπος)
Μυθιστόρημα για την πρόσφατη ιστορία της βόρειας Ελλάδας. Ήρωές του ένας Έλληνας, ένας Βούλγαρος κι ένας Τούρκος. Δολοπλοκίες, δολοφονίες και πόλεμος προσδίδουν ένταση στην πλοκή. Σίγουρα θα αναμοχλεύσει τα πάθη ένα βιβλίο που αναφέρεται σε μια τόσο ταραγμένη περιοχή. Τι πιο ενδιαφέρον;

Πώς να κρυφτείς - Αμάντα Μιχαλοπούλου (Καστανιώτη)
Μετά τις βραβευμένες "Γιάντες" άργησε να μας δώσει κάτι ισάξιο. Το απολαυστικό "Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη" μού άνοιξε την όρεξη. Το καινούργιο της μιλάει για διττές εθνικές ταυτότητες και διγλωσσία. Ο Στέφανος σε ηλικία 4 ετών απάγεται από ένα ζευγάρι Γερμανών. Όταν μαθαίνει το παρελθόν, γυρίζει στην Ελλάδα για να βρει τον εαυτό του.

Οδυσσέας και Μπλουζ - Ευγενία Φακίνου (Καστανιώτη)
Ένα μισοτελειωμένο χειρόγραφο φέρνει κοντά δύο ανθρώπους. Η Ελένη αναζητεί τον συγγραφέα, αποκλεισμένο σε μια άγρια ορεινή περιοχή, σταλμένη από τον εκδότη του για να τον πείσει να ολοκληρώσει το βιβλίο. Η πραγματικότητα θα ξεπεράσει τις αρχικές προθέσεις τους.

Ληξιπρόθεσμα δάνεια - Πέτρος Μάρκαρης (Γαβριηλίδης)
Ιδιαίτερα επίκαιρο! Ένας πρώην τραπεζίτης βρίσκεται αποκεφαλισμένος και ταυτόχρονα κυκλοφορούν αφίσες που προτρέπουν τον κόσμο να μην πληρώσει τις οφειλές του στις τράπεζες. Οι αποκεφαλισμοί συνεχίζονται. Ο αστυνόμος Χαρίτος θα αναλάβει να εξιχνιάσει τα εγκλήματα που έχουν πάντα σχέση με τις τράπεζες.

Μεγάλοι δρόμοι - Λένα Κιτσοπούλου (Μεταίχμιο)
Δέκα "ακραία" διηγήματα από την νεαρή ηθοποιό (και θεατρική σκηνοθέτιδα, μαθαίνω) που μας έδωσε τις απροσδόκητες "Νυχτερίδες". Η συγγραφέας δεν μασάει τα λόγια της όταν μιλάει για την εφηβεία, την επαρχία, τη σκληρότητα της καθημερινής ζωής. Σελίδες γεμάτες με (αδιέξοδο;) γυναικείο ερωτισμό και μια παράξενη τραγικότητα.


Μεταφρασμένη Λογοτεχνία

Χαστούκι - Χρήστος Τσιόλκας (Ωκεανίδα)
Ο γνωστός μας Ελληνοαυστραλός μόλις κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το καινούργιο του μυθιστόρημα, που ήταν υποψήφιο για το φετινό βραβείο Μπούκερ - πρώτη φορά για έναν Έλληνα, έστω και ομογενή. Με αφορμή ένα χαστούκι που δίνεται σε ένα παιδί κατά τη διάρκεια μιας οικογενειακής γιορτής. ο συγγραφέας ανατέμνει τη σύγχρονη οικογένεια. Αν κρίνουμε από τη "Νεκρή Ευρώπη", το μυθιστόρημα δεν μπορεί παρά να είναι τολμηρό και γρήγορο.

Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ - Jonathan Coe (Πόλις)
Ένας 48χρονος προσπαθεί να ανακαλύψει τον κρυμμένο του εαυτό. Αφορμή η εγκατάλειψή του από τη γυναίκα του. Παρατάει τη δουλειά του και προσπαθεί να ξαναβρεί το χαμένο νήμα της ζωής του. Ο συγγραφέας ξέρει πολύ καλά να αναλύει την καθημερινότητα της αγγλικής κοινωνίας. Προσωπικά, μην έχοντας διαβάσει κάποιο βιβλίο του, διαισθάνομαι ότι αυτό θα ήταν μια πολύ καλή αρχή.

Η στρατιά - E.L. Doctorow (Πόλις)
Τον γνώρισα μέσα από το καταπληκτικό "Βιβλίο του Ντάνιελ", αλλά δεν ξανάπιασα μυθιστόρημά του στα χέρια μου. Η "Στρατιά" πιάνει το νήμα του Αμερικάνικου Εμφύλιου εκεί που το άφησε το 'Όσα παίρνει ο άνεμος" της Μάργκαρετ Μίτσελ. Ο στρατός των νικητών προελαύνει μέσα από τις ηττημένες περιοχές του Νότου σκορπίζοντας τον όλεθρο. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ξαναγράψει την αμερικάνικη Ιστορία.

Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου - Χαρούκι Μουρακάμι (Ωκεανίδα)
Θεωρείται από τους κορυφαίους σημερινούς λογοτέχνες. Ο γιαπωνέζος συγγραφέας ασχολείται για άλλη μια φορά με τον ιδιαίτερο τρόπο του με τον έρωτα. Η ζωή του ήρωα ανατρέπεται όταν επανεμφανίζεται ο πρώτος του μεγάλος έρωτας. Για χάρη της μυστηριώδους και πανέμορφης Χατζίμε θα ρισκάρει τα πάντα. (Όλο τέτοια διαβάζω τελευταία!)

Η χρονιά της πλημμύρας - Μάργκαρετ Άτγουντ (Ψυχογιός)
Μια από τις αγαπημένες μου συγγραφείς, η Καναδή Άτγουντ, κυκλοφορεί το καινούργιο της μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Η ίδια λέει ότι γράφει μυθοπλασία που μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Σε έναν δυστοπικό μελλοντικό κόσμο, μετά από μια οικολογική καταστροφή, οι Κηπουροί συγκρούονται με τις πολυεθνικές. Όπως και στο "Όρυξ και Κρέικ", η συγγραφέας καταπιάνεται με εξαιρετικά επίκαιρα θέματα με μοναδικά εύστοχο και γοητευτικό τρόπο.

Οικογένεια Καρλ Μαρξ - Juan Goytisolo (Κέδρος)
Ο Καρλ Μαρξ κάνει ένα φανταστικό ταξίδι στο σήμερα, αντιμέτωπος με τις συνέπειες των θεωριών του. Οι παπαράτσι δεν τον αφήνουν σε χλωρό κλαρί, οι πρώην "ευημερούντες" του πρώην σοβιετικού μπλοκ τον καταριούνται, οι φεμινίστριες τον κατηγορούν σχεδόν για τα πάντα. Ένα ευρηματικό μυθιστόρημα από έναν από τους σημαντικότερους Ισπανούς λογοτέχνες της εποχής μας.

Σκοτεινή πλευρά - Ίαν Ράνκιν (Μεταίχμιο)
Ο διάσημος Σκωτσέζος συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας μάς φέρνει έναν καινούργιο ήρωα. Ο Μάλκολμ Φοξ παίρνει τη θέση του Ρέμπους. Αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό να με τραβήξει σ' αυτό το μυθιστόρημα. Ο Φοξ εργάζεται για το "απεχθές" Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων. Η κριτική τον θεωρεί πιο "ανθρώπινο" από τον Ρέμπους, τουλάχιστον από ηθική σκοπιά (τι στο καλό σημαίνει ετούτο;!). Θα το εξιχνιάσουμε!

Αρχάριοι - Ρέιμοντ Κάρβερ (Μεταίχμιο)
Εγραψε τα πιο καταπληκτικά διηγήματα που έχω διαβάσει. Τώρα ξανακυκλοφορούν χωρίς τις γενναίες περικοπές του επιμελητή. Εντελώς απέριττη γραφή (μινιμαλιστική, λένε οι κριτικοί) που φτάνει στην καρδιά των πραγμάτων.Σήμερα κάποιοι ισχυρίζονται πως το περίφημο ύφος του, που επηρέασε πολλούς λογοτέχνες των μετέπειτα γεννιών, ήταν δημιούργημα κάποιου άλλου (του επιμελητή, υποθέτω). Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να το συγκρίνουμε με την πρώτη έκδοση του "Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη".


Διάφορα

Νίκος Καββαδίας - Μ. Καραγάτσης: Αλληλογραφία (Άγρα)
Δεν ήξερα πως οι δυο τους γνωρίζονταν! Αναρωτιέμαι τι θα είχαν να πουν μεταξύ τους δυο τόσο διαφορετικοί εκ πρώτης όψεως άνθρωποι. Προφανώς μοιράζονται τη δίψα για ταξίδια και περιπέτεια. Ο Καββαδίας στέλνει γράμματα και καρτ-ποστάλ από το αλβανικό μέτωπο και από τα διάφορα ταξίδια του, ο Καραγάτσης απαντά από την Αθήνα. Θέλω να το χαρίσω στην κόρη μου που τη συγκινεί η ποίηση του "Μαραμπού".

Ξεχασμένη φρουρά - Μένης Κουμανταρέας (Καστανιώτη)
Στο γνώριμό του σχήμα της σύντομης φόρμας επιμένει ο συγγραφέας για να ζωντανέψει μια εποχή που γνωρίζει καλά. Μέσα από κείμενα όλων των ειδών μάς φέρνει κοντά τους πνευματικούς ανθρώπους που ο ίδιος γνώρισε: Χατζιδάκι, Κουν, Ταχτσή, Λαμπέτη, κλπ. Αν η μυθοπλασία του Κουμανταρέα άρχισε να κουράζει κάποιους, είμαι βέβαιος ότι θα συμφωνήσουν ότι αυτό το είδος τού έρχεται γάντι.

Σιμόν ντε Μποβουάρ - Hughette Bouchardeau (Κίχλη)
Εμβληματική μορφή του γαλλικού πνευματικού κόσμου αλλά και του φεμινιστικού κινήματος, η Μποβουάρ έζησε μια μάλλον αντιφατική αλλά σίγουρα έντονη ζωή. Το βιβλίο επικεντρώνεται στο έργο της αλλά και στη σχέση της με τον Σαρτρ τα χρόνια του πολέμου της Αλγερίας και του Μάη του '68. Με επιμονή στην ακρίβεια η βιογράφος παρακολουθεί πώς μια καθωσπρέπει κοπέλα προσπαθεί να ξεφύγει από την αστική της καταγωγή.

Η ιστορία της κατάθλιψης - Ζωρζ Μινουά (Νάρκισσος)
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, την κοινωνία δεν την απειλούν πια οι επαναστάτες αλλά οι καταθλιπτικοί. Διατρέχει την ιστορία της ανθρωπότητας, αναζητώντας την κατάθλιψη μέσα στα έργα σημαντικών δημιουργών, από τον Αισχύλο, τον Αριστοτέλη και τον Σέξπιρ μέχρι τον Πόε, τον Μποντλέρ και τον Τολστόι. Θεωρείται ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα βιβλία της χρονιάς.

Ρεμπέτικο: το κακό βοτάνι - David Prudhomme (Το 9ο κύμα)
Μέσα από ένα εκπληκτικό σκίτσο και με εύστοχο "σενάριο" (διαλόγους) το βιβλίο αυτό μάς δίνει την ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού. Ο "υπόκοσμος" που γέννησε το συγκεκριμένο μουσικό είδος προβάλλει ολοζώντανος μέσα από μια χρωματική πανδαισία με τις μεγάλες μορφές του να πρωταγωνιστούν. Προσωπικά θέλω να το διαβάσω στον 10χρονο γιο μου που δείχνει να λατρεύει τα ρεμπέτικα τραγούδια.

[Τις πληροφορίες για τα βιβλία τις πήρα από τα ένθετα των Νέων και του Βήματος της Κυριακής, καθώς και από το περιοδικό Διαβάζω.]
Συνέχεια →
Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Ο αισθηματικός άντρας - Χαβιέρ Μαρίας (Javier Marías)

0 σχόλια
Αν και θεωρείται ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους Ισπανούς λογοτέχνες, ο Χαβιέρ Μαρίας δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα. Παρά το ότι έχουν κυκλοφορήσει αρκετά βιβλία του (οκτώ), η δύσκολη πρόζα του και το μοίρασμά τους σε αρκετούς (κυρίως μικρούς) εκδοτικούς οίκους μάλλον δεν ήταν τα καλύτερα δυνατά διαπιστευτήριά του προς το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Κι όμως, ο Χ.Μ. διαθέτει διεισδυτική ματιά και πληθωρική γραφή που τον τοποθετούν στην πρωτοπορία της σύγχρονης λογοτεχνίας.
 
Έτυχε να διαβάσω τον "Αισθηματικό άντρα" αμέσως μετά το "Παλιοκόριτσο" του Γιόσα και μέσα μου ξεκίνησε ένας διάλογος ανάμεσα στα δυο κείμενα - το ολοκληρωμένο μυθιστόρημα του Περουβιανού και τη νουβέλα του Ισπανού. Εξάλλου το θέμα είναι κοινό: ο έρωτας, κυρίως από αντρική σκοπιά. Ένας άτολμος άντρας, απελπισμένα ερωτευμένος με μια βασανιστική γυναίκα, στον Γιόσα, ένας άντρας που "κλέβει" τη γυναίκα ενός άλλου στον Χ.Μ., σε μια παραλλαγή του "Οθέλου" (με τον Κάσιο να κερδίζει[;] το παιχνίδι).

 Ο αφηγητής του "Αισθηματικού άντρα" είναι τραγουδιστής της όπερας - το όνομά του δεν μας δίνεται ποτέ. Κατά τη διάρκεια της νουβέλας (διόλου τυχαία) παίζει τον ρόλο του Κάσιου στον "Οθέλο". Με αφορμή ένα όνειρο, γυρνάει πίσω, τέσσερα χρόνια πριν, όταν γνώρισε τη Ναταλία Μανούρ. Την εποχή εκείνη συζούσε με την Μπέρτα, που τελικά μαθαίνουμε ότι - αφού έχουν χωρίσει - έχει πεθάνει από κάποιο ατύχημα, γεγονός που αφήνει σχεδόν ασυγκίνητο τον αφηγητή. Ανάμεσα στον τραγουδιστή (που το κοινό της όπερας αποκαλεί "ο Λέων της Νάπολης"!) και την παντρεμένη Ναταλία, που βρίσκεται στη Μαδρίτη με τον σύζυγό της και έναν πανταχού παρόντα συνοδό ονόματι Ντάτο, αναπτύσσεται μια "ρομαντική" σχέση.

Η νουβέλα διακατέχεται από μια μελαγχολική ατμόσφαιρα ξενοδοχείου (κοινό μοτίβο και σε άλλα μυθιστορήματα του Χ.Μ.) αλλά και μια παρωδιακή αίσθηση οπερέτας. Είναι οι ερωτικές σχέσεις αυτή η κενή περιεχομένου πομφόλυγα όπου αγόμαστε και φερόμαστε από την τύχη μάλλον παρά από τη βούληση; Ένας απλός σεξουαλικός πόθος μπορεί να οδηγήσει σε έναν μεγάλο έρωτα; Και τι ακριβώς εννοούμε μ' αυτό; Τα ερωτήματα που πηγάζουν από τη νουβέλα του Χ.Μ. είναι παρόμοια μ' εκείνα που γεννάει το "Παλιοκόριτσο". Και στα δύο κείμενα οι άντρες είναι αυτοί που κυρίως υποφέρουν. Όπως λέει κι ο συγγραφέας σε μια συνέντευξή του: "Οι γυναίκες είναι συναισθηματικά πιο ευέλικτες". Παρά τη φαινομενική διαφορά με τον ήρωα του Γιόσα, ο ήρωας του Χ.Μ. είναι επίσης άβουλος: αφήνει να του επιβάλλουν μία σχέση που δεν δείχνει να επιδιώκει (τουλάχιστον στον βαθμό που να οδηγηθεί σε αυτό που αυτή εξελίσσεται στο τέλος). Ο Ντάτο (ένας άλλοτε καλόβολος κι άλλοτε μεφιστοφελικός Ιάγος) τού προσφέρει στο πιάτο την Ναταλία.
(Ο Ντάτο) με κοίταξε περιφρονητικά και μου απάντησε με φωνή παράτονη και βραχνή, μισοκρυμμένος πίσω από μια πυκνή τουλίπα καπνού από το τσιγάρο του: 
- Είναι δύσκολο να ξέρει κανείς ποιον ευνοεί με μια πράξη του ή με μια παράλειψή του. Αλλά και κουράζεται κανείς όταν δεν έχει προτιμήσεις.
Τελικά ο πιο αισθηματίας απ' όλους είναι ο σύζυγος.

Νομίζω ότι αυτό το αριστοτέχνημα είναι μια πολύ καλή εισαγωγή στο έργο του Χαβιέ Μαρίας. Τα μυθιστορήματά του αποτελούν εξαιρετικά δείγματα "χειρουργικής" ανάλυσης της ανθρώπινης ψυχής. Ανακαλύψτε τον.


[Διαβάστε εδώ βιογραφικά στοιχεία για τον συγγραφέα και εργογραφία του στα ελληνικά.]

[Διαβάστε εδώ για το Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς, του Χαβιέρ Μαρίας.]
Συνέχεια →
Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Το παλιοκόριτσο - Μάριο Βάργκας Γιόσα (ή Λιόσα) [Llosa]

5 σχόλια
Το "Παλιοκόριτσο" του Μάριο Βάργκας Γιόσα [συγχωρέστε με για την επιμονή στην ορθή προφορά] ξεκινάει με τον ήρωά του, τον Ρικάρντο, να γνωρίζει για πρώτη φορά τον έρωτα της ζωής του, τη Λίλι, στο Μιραφλόρες, τη γειτονιά του στη Λίμα του Περού. Από την αρχή σε παρασέρνει σε ένα γαϊτανάκι αναμνήσεων, όπου δεν μπορείς παρά να στριφογυρίσεις κι εσύ κουβαλώντας τις δικές σου αναμνήσεις από τα αντίστοιχα νεανικά σου χρόνια. Οι περιγραφές της γειτονιάς σε κατακλύζουν με προσωπικές μνήμες. Ζωντανεύουν τους δρόμους της δικής σου πόλης με τις μουριές και τις ακακίες. Τις αυλές με τις πολύχρωμες γλάστρες. Τα πρώτα ατελέσφορα σκιρτήματα δεμένα συνειρμικά με κάτι πυγολαμπίδες που φώτιζαν τα πρώτα βράδια κάποιων άγουρων καλοκαιριών.

Όταν διαβάζεις ένα βιβλίο για να το συζητήσεις με κάποιους φίλους σε
μια λέσχη ανάγνωσης, έχεις την πολυτέλεια να ανταλλάσσεις απόψεις γι'
αυτό πριν το τελειώσεις. Συναντιέσαι μαζί τους και ρωτάς "Πώς σου
φαίνεται;" για να πάρεις μια πρώτη γεύση των διαξιφισμών που θα
ακολουθήσουν. Με το Παλιοκόριτσο μού έκανε εξ αρχής εντύπωση η
αμηχανία με την οποία οι περισσότεροι συναναγνώστες αντιμετώπιζαν το
μυθιστόρημα (στην αρχή του, τουλάχιστον). Οι πιο πολλοί δεν
καταλάβαιναν "προς τι όλα αυτά". Έχοντας τώρα πια ολοκληρώσει την
ανάγνωση αναρωτιέμαι γιατί υπήρχε εκείνος ο δισταγμός απέναντί του.
Ξένιζε η υπερβολή με την οποία σκιαγραφεί σε κάποια σημεία ο Μ.Β.Γ.
την ηρωίδα του; Η τακτικότητα με την οποία εμφανίζεται και
εξαφανίζεται το παλιοκόριτσο στην ιστορία; Η γλώσσα, που ορισμένες φορές, κυρίως στους διαλόγους ανάμεσα στον Ρικάρντο και τη Λίλι, γίνεται
κοινότυπη [συνειδητή επιλογή του συγγραφέα ή μεταφραστική αδυναμία;];
Μήπως ο απερίφραστος τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο συγγραφέας τις
ερωτικές σκηνές; Θα έλεγα ότι γενικά δυσκολευόμαστε να κοιτάξουμε
ερωτικές και υπαρξιακές ανησυχίες (που αφορούν και εμάς) αν δεν
καταφέρουμε να πάρουμε την απαραίτητη απόσταση. Ερωτήματα για το πώς
διαλέγουμε τους ερωτικούς μας συντρόφους, τι διαμορφώνει το ερωτικό
μας γούστο, τι σημαίνει ερωτική "ευτυχία" είναι τόσο ανεξιχνίαστα
μέσα μας που στεκόμαστε επιφυλακτικά απέναντι στον οποιοδήποτε
προσπαθεί να τα ψηλαφήσει.

Ο Μ.Β.Γ. στήνει την ιστορία του με παραδοσιακό τρόπο (δεν το συνηθίζει πάντα). Ο ήρωας-αφηγητής ξετυλίγει τη διήγησή του με χρονολογική σειρά δίνοντας παράλληλα πληροφορίες και σχόλια για τις
πολιτικές εξελίξεις στο Περού (κυρίως) αλλά και για το τι συμβαίνει στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα ανά τον κόσμο. Ο Γιόσα ακολουθεί τον ήρωά του στο Παρίσι. Αντιπαραβάλλει συνέχεια τον τρόπο ζωής και τις επιλογές του Ρικάρντο με τους διάφορους ανθρώπους που συναντά στη ζωή του. Κάποιος έχει επιλέξει τη συζυγική πίστη σε συνδυασμό με την αφοσίωση στην επανάσταση. Άλλος τη χίπικη ζωή και τον "έκλυτο" ερωτικό βίο. Ένας τρίτος ζει το αδιέξοδο πάθος του χωρίς να βλέπει την επικείμενη καταστροφή. Προς το τέλος γνωρίζει ένα ισορροπημένο ζευγάρι με υιοθετημένο παιδί. Οι συγκρίσεις κατά κάποιον τρόπο σχολιάζουν την κατάσταση που κάθε φορά διαμορφώνεται στη ζωή του ήρωα.

Η Λίλι μπαίνει και βγαίνει από τη ζωή του Ρικαρντίτο [εύστοχη η χρήση υποκοριστικού] 

κατά το δοκούν. Η "σχέση" τους τον καθιστά συναισθηματικά ανάπηρο, ευνουχισμένο, ανίκανο να έχει μια "φυσιολογική" ζωή, ό,τι και να σημαίνει κάτι τέτοιο. Μήπως όμως
λειτουργεί ως άλλοθι για να συνεχίσει τη μονήρη ζωή του και την
καθόλου δημιουργική εργασία του όπου λειτουργεί ως το μέσο μεταφοράς
του λόγου των άλλων; ["Ένας διερμηνέας... υπάρχει μόνο όταν δεν
υπάρχει, ένας άνθρωπος που υπάρχει όταν παύει να είναι αυτό που 

είναι, έτσι ώστε να περνούν καλύτερα μέσα απ' αυτόν όσα σκέφτονται
και λένε οι άλλοι.
"] Γιατί τελικά ο Ρικαρντίτο είναι ένας άνθρωπος
που δεν τολμά να αλλάξει τη ζωή του. Γιατί δεν την ξεπερνά; Τι άλλο
μπορεί να του κάνει για να τον πείσει ότι πρέπει; Ο Μ.Β.Γ. αφήνει τις
εξηγήσεις για τον αναγνώστη. Ο Ρικάρντο βλέπει μόνο ό,τι μπορεί να
δει. [Χαρακτηριστική η αντιστοιχία με τα πολιτικά πράγματα: μας
αναλύει διεξοδικά την πολιτική κατάσταση στο Περού, αλλά σχεδόν δεν
παίρνει χαμπάρι τον Μάη του '68 που συμβαίνει δίπλα του.] Καλούμαστε
να κάνουμε εμείς την υπέρβαση για χάρη του. Και ταυτόχρονα να
προβληματιστούμε για τις επιλογές της δικής μας ζωής.

Παρά την κάποιες φορές πεζή γλώσσα που χρησιμοποιεί ο αφηγητής
προσπαθώντας μάταια να περιγράψει τα πάντα, την καθημερινότητα των
διαλόγων  και τη σχηματική συμμετρικότητα της πλοκής, το
"Παλιοκόριτσο" θα μπορούσε να τοποθετηθεί αρκετά ψηλά στο έργο του
Γιόσα χωρίς όμως να φτάνει τα αριστουργήματά του ["Η πόλη και τα
σκυλιά", "Το πράσινο σπίτι", "Η γιορτή του τράγου"]. Προσωπικά θα
μείνει στη μνήμη μου όχι τόσο γι' αυτά που το ίδιο το μυθιστόρημα
λέει αλλά για εκείνα που γενναιόδωρα με άφησε να σκεφτώ.
Συνέχεια →
Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Μπαμπά [Daddy] - Σύλβια Πλαθ

2 σχόλια
Σύλβια Πλαθ
 Μπαμπά
                                                                                      
Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις
Άλλο πια, παπούτσι μαύρο
Που μέσα του έζησα σαν πόδι
Τριάντα χρόνια, αφελής και κακομοίρα,
Μετά βίας τολμούσα να ανασάνω ή να κάνω Αψού.

Μπαμπά, έπρεπε να σε σκοτώσω.
Πέθανες πριν βρω τον χρόνο…
Βαρύς σαν μάρμαρο, τσάντα γεμάτη με Θεό,
Άγαλμα φρικτό με ένα γκρίζο δάχτυλο στο πόδι
Μεγάλο σαν του Φρίσκο φώκια

Κι ένα κεφάλι  στον ιδιότροπο Ατλαντικό
Εκεί που πράσινο του φασολιού χύνεται μες στο μπλε
Στα νερά έξω από το όμορφο το Νώσετ.
Κάποτε προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη γλώσσα τη Γερμανική, στης Πολωνίας την πόλη
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα
Των πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Μα το όνομα της πόλης είναι πολύ κοινό.
Ο Πολωνός μου φίλος

Λέει πως υπάρχουν καμιά εικοσαριά.
Έτσι λοιπόν δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω πού
Πάτησες το πόδι σου, τη ρίζα σου,
Ποτέ δεν μπόρεσα να σου μιλήσω.
Η γλώσσα κόλλαγε στα δόντια μου.

Κόλλαγε στα αγκάθια ενός συρματοπλέγματος.
Ich, ich, ich, ich,
Με το ζόρι μπορούσα να μιλήσω.
Νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα πρόστυχη

Μια μηχανή, μια μηχανή
Που σαν Εβραία με ξεπέταγε.
Μια Εβραία στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα να μιλάω σαν Εβραία.
Νομίζω κάλλιστα μπορεί να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τυρόλου, η μπύρα η διάφανη της Βιέννης
Δεν είναι και πολύ αγνά ή αληθινά.
Με την τσιγγάνα πρόγονό μου και την τύχη την αλλόκοτη
Και την Ταρό μου τράπουλα και την Ταρό μου τράπουλα
Μπορεί να είμαι λίγο Εβραία.

Πάντα σε φοβόμουνα
Με τη Λουφτβάφε σου, τις μπούρδες σου
Και το περιποιημένο σου μουστάκι
Και το Άρειο το μάτι σου, λαμπερό γαλάζιο.
Άνθρωπε-panzer, panzer, Ω Εσύ…

Όχι Θεός αλλά μια σβάστικα
Τόσο μαύρη που κανείς ουρανός δεν θα τρυπούσε.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν Φασίστα,
Στο πρόσωπο την μπότα, την κτηνώδη
Κτηνώδη καρδιά ενός κτήνους σαν κι εσένα.

Στέκεσαι μπρος στον πίνακα, μπαμπά,
Στη φωτογραφία που έχω από σένα,
Το πιγούνι σου διχαλωτό κι όχι το πόδι
Μα όχι λιγότερο διαβολικός, όχι ούτε
Καθόλου λιγότερο ο μαύρος άντρας που στα δυο

Έκοψε με τα δόντια του την κόκκινη όμορφη καρδιά μου.
Ήμουνα δέκα όταν σε θάψανε.
Στα είκοσί μου να πεθάνω θέλησα
Και να γυρίσω πίσω, πίσω, πίσω σε σένα.
Σκέφτηκα πως ακόμη και τα κόκαλα θα αρκούσαν.

Μα με βγάλανε από τον σάκο,
Και με ξανακολλήσανε.
Και τότε κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω.
Έφτιαξα ένα ομοίωμά σου,
Έναν άντρα στα μαύρα με βλέμμα Meinkampf

Και αγάπη για τη βίδα και τη μέγγενη.
Και είπα δέχομαι, ναι.
Έτσι μπαμπά, επιτέλους τέλειωσα.
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζώθηκε,
Από μέσα του δεν θα ξανασυρθούν φωνές.

Αν έναν άντρα σκότωσα, έχω σκοτώσει δύο…
Τον βρικόλακα που έλεγε πως είσαι εσύ
Και μου έπινε το αίμα για ένα χρόνο,
Εφτά χρόνια, αν θες να ξέρεις.
Μπαμπά, ξάπλωσε τώρα.

Στη μαύρη σου χοντρή καρδιά ένα παλούκι
Κι οι χωρικοί ποτέ δεν σε συμπάθησαν.
Χορεύουνε και σε ποδοπατούν.
Πως ήσουν εσύ πάντα το ξέραν.
Μπαμπά, μπαμπά, γαμώτο σου, τέλειωσα.




[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Σημειώσεις:

- "με ένα γκρίζο δάχτυλο στο πόδι" : Ο πατέρας της Πλαθ, Ότο Πλαθ, καθηγητής Γερμανικών και Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, είχε πάθει γάγγραινα στο πόδι, ως επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη από τον οποίον υπέφερε.
- "Νώσετ": παραλία βόρεια της Βοστόνης, τόπος παιδικών διακοπών της ποιήτριας.
- "Στης Πολωνίας την πόλη": Grabow, πόλη στην οποία γεννήθηκε ο Ότο Πλαθ.

- "panzer": σημαίνει πανοπλία στα γερμανικά. Επίσης, τύπος αρμάτων μάχης στον Β' Παγκόσμιο. 
- "Meinkampf": "Ο Αγών μου" - αυτοβιογραφικό και προπαγανδιστικό βιβλίο του Χίτλερ.
- άλλα γερμανικά στο κείμενο: Ich=Εγώ, Ach, du=Ω, εσύ

[Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο κι εδώ δείτε την ποιήτρια να απαγγέλλει το ποίημα.]
Συνέχεια →
Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

"Μέσα στην ομορφιά βαδίζει" - Byron (πειραγμένο)

1 σχόλια
Μέσα στην ομορφιά βαδίζει

Πανέμορφη βαδίζει, σαν τη νύχτα
Ανέφελων κλιμάτων κι ενάστρων ουρανών .
Κι ό,τι πιο όμορφο στο φως και το σκοτάδι
Στα μάτια της με θρίαμβο ανταμώνουν :
Λιωμένα μες την μαύρη πυρκαγιά
Τη μέρα τη φανταχτερή περιφρονούνε.

Μια σκιά ακόμη, μια ακτίνα δα πιο λίγη
Θα ’χε χαθεί η χάρη η φευγαλέα η ανείπωτη
Που στέφει των μαλλιών τούς καταρράκτες,
Ή σαν αχνή φεγγοβολιά πάνω στον κρόταφο,
Λιγνό κερί, της νύχτας σύντροφος πιστός,
Χλωμό τις συλλογές της παραστέκει.

Και κει στο μάγουλο ή στων φρυδιών απάνω τη γραμμή,
Γαλήνια απλώνονται ως βέβαιοι νικητές
Αγέρωχα χαμόγελα, λάβαρα που ανεμίζουν .
Καταμεσής στη νύχτα καταφθάνει – ανηλεής και ελεήμων –
Τροπαιοφόρος έρως φωτηλάτης
Δικούς του ήλιους σ’ όσους ταπεινωθούν για να δωρίσει.


[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Συνέχεια →
Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

DIVISADERO - Μάικλ Οντάατζε (ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ)

0 σχόλια
Όταν ξεκίνησα να διαβάζω το Divisadero, το τελευταίο μυθιστόρημα του Μάικλ Οντάατζε, είχα την εντύπωση ότι θα διάβαζα κάποιο μπεστ-σέλερ (δεν χρησιμοποιώ τη λέξη αρνητικά). Είχε προηγηθεί, βλέπετε, η επιτυχία του "Άγγλου ασθενή" (Booker 1992 εξ ημισείας με την "Ιερή πείνα" του Μπάρι Άνσγουορθ) που υποβοηθήθηκε φυσικά από την ταινία του Άντονι Μινγκέλα. Με έκπληξη διαπίστωσα πόσο δύσκολο και ποιητικό είναι αυτό το πέμπτο μυθιστόρημά του (σε διάστημα 31 ετών! - ενδιάμεσα έχει δημοσιεύσει κάμποσες ποιητικές συλλογές και μία αυτοβιογραφία).

"Εγώ έρχομαι από την οδό Divisadero. Divisadero στα ισπανικά σημαίνει 'διαχωρισμός' και είναι ο δρόμος που κάποτε αποτελούσε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο Σαν Φρανσίσκο και στο Πρεζίντιο. Μα μπορεί να προέρχεται και από τη λέξη divisar, που σημαίνει 'κοιτώ κάτι εξ αποστάσεως'"

Ένα βιβλίο λοιπόν για τις διαχωριστικές γραμμές, για τα όρια, για
ό,τι χωρίζει και ταυτόχρονα ενώνει τους ανθρώπους (η γοητεία του
διαφορετικού!). Αταίριαστους ανθρώπους (δεν είμαστε όλοι τέτοιοι;),
όπως οι ήρωες του Μ.Ο., που ρίχνονται ο ένας δίπλα στον άλλο από
παράξενα παιχνίδια της τύχης. Ο πατέρας της Άννας μαζεύει (σαν ορφανά
γατάκια) την Κλερ, που η μάνα της πεθαίνει στη γέννα (όπως και της
Άννας), και τον Κουπ, που στα τέσσερά του γίνεται μάρτυρας και
μοναδικός επιζών του φόνου της οικογένειάς του. Στην ιδιότυπη εκείνη
Εδέμ μεγαλώνουν τα τρία παιδιά ώσπου η "αμαρτία" εισβάλλει και
διαλύει τα πάντα στέλνοντάς τους όλους στους τέσσερις ανέμους. Είναι
αυτό το "συμβάν" που στιγματίζει τις ζωές όλων τους σαν ένα
αξεπέραστο προπατορικό αμάρτημα.

Όμως ο Μ.Ο. δεν μένει "πιστός" στους ήρωές του. Κι άλλοι
"αταίριαστοι" εμφανίζονται στις χαλαρά συνδεδεμένες ιστορίες του,
διαγκωνιζόμενοι για μια θέση στο προσκήνιο. Εξάλλου ο ίδιος αναφέρει
τη χαρακτηριστική πρόταση με την οποία αρχίζει ο Ντίκενς τον Δαβίδ
Κόπερφιλντ.
"Εάν θα γίνω εντέλει ο ήρωας της ζωής μου ή αν τον ρόλο αυτό θα τον
παίξει κάποιος άλλος, σίγουρα τούτες οι σελίδες θα το δείξουν."

Έτσι, λίγο μετά τη μέση του βιβλίου, πρωταγωνιστής γίνεται ένα
δευτερεύον πρόσωπο μιας άλλης ιστορίας: ένας συγγραφέας, τη ζωή του
οποίου μελετούσε η Άννα. Είναι άραγε αυτός ένας τρόπος να μας μιλήσει
ο Μ.Ο. για το τι βρίσκεται πίσω από τη συγγραφική δημιουργία και
τελικά για τον ίδιο τον εαυτό του; Κατά κάποιον τρόπο όλα τα θέματα
του βιβλίου επανέρχονται στα τελευταία κομμάτια. Οι διαχωριστικές
γραμμές ως όρια που περνάμε χωρίς επιστροφή. Οι νεανικές πράξεις που
σημαδεύουν την υπόλοιπη ζωή μας. Η εξιλέωση. Η υιοθεσία. Οι
λεπτομέρειες που μας κάνουν αυτό που είμαστε.
[Τι μένει από τους ανθρώπους; Μια φωτογραφία της Άννας τραβηγμένη από
τον Ραφαέλ- τον εραστή της. Το σπίτι, οι κασέτες, τα βιβλία του
Σεγκουρά. Ένα κλαράκι αψέντι που βάζει σαν σελιδοδείκτη ο πατέρας του
Ραφαέλ. Το λάστιχο στο μπράτσο της Μπρίτζετ, της ηρωινομανούς
ερωμένης του Κουπ. Χειρονομίες. Θραύσματα αναμνήσεων.]

Παρ'όλη την έλλειψη συνεκτικής πλοκής, οι επιμέρους εικόνες που
δημιουργεί ο Μ.Ο. είναι εξαιρετικά έντονες. Τα μαθήματα στον Κουπ για
το πώς να κλέβει στα χαρτιά. Ο Ντορν και η Ρουθ που μαθαίνουν για την
εισβολή στο Ιράκ ντυμένοι με παραδοσιακά κοστούμια μιας παιδικής
γιορτής. Το νυχτερινό ταξίδι της Κλερ με τον Κουπ. Οι αναμνήσεις του
Ραφαέλ από τους γονείς του. Εκεί που ο ρυθμός αποκτά μια υπνωτιστική
χαλαρότητα, ξαφνικά όλα συμπυκνώνονται σε μια κορύφωση μοναδικής
λογοτεχνικής απόλαυσης. Και εκεί ακριβώς ο Ονταάτζε κερδίζει το
στοίχημα.


[Διαβάστε εδώ βιογραφικά στοιχεία του Μάικλ Οντάατζε και εργογραφία του στα ελληνικά]
Συνέχεια →
Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Πέθανε ο Χάρι Μούλις (Harry Mulisch)

0 σχόλια
Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 83 ετών ο Ολλανδός συγγραφέας Χάρι Μούλις, ο οποίος έγινε ιδιαίτερα γνωστός με τα βιβλία του Η Ανακάλυψη του Ουρανού και Η Απόπειρα.

Με περισσότερα από 70 διηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, ποιήματα και θεατρικά έργα, ο Μούλις θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Ολλανδούς συγγραφείς.

Πολλά από τα έργα του επικεντρώνονται στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ το το βιβλίο του η Ανακάλυψη του Ουρανού ψηφίστηκε το 2007 ως το καλύτερο βιβλίο σε όλη την ιστορία της Ολλανδίας.

Ο συγγραφέας, ο οποίος θεωρείτο από πολλούς ως υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, απεβίωσε το Σάββατο στην κατοικία του στο Αμστερνταμ έπειτα από μάχη με τον καρκίνο.

Άλλα βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά είναι Το πέτρινο νυφικό κρεβάτι, Ζίγκφριντ, ο γιος του κτήνους  και Η διαδικασία.
Συνέχεια →
Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Φωτιά και Πάγος - Robert Frost

0 σχόλια
Φωτιά και Πάγος

Κάποιοι λένε ο κόσμος θα τελειώσει στη φωτιά,
Κάποιοι λένε στον πάγο.
Απ' όση στη ζωή ένιωσα πεθυμιά
Τάσσομαι εγώ μ' αυτούς που θέλουν τη φωτιά.
Μα αν ήταν να χαθεί δύο φορές,
Νομίζω μίσος γνώρισα αρκετό
Ώστε να πω ότι ο πάγος για καταστροφές
Σπουδαίος είναι και αυτός
Και τη δουλειά θα κάνει επαρκώς.


[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Διαβάστε εδώ για τον ποιητή Ρόμπερτ Φροστ. Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο.
Συνέχεια →

Είμαι ο Κανένας - Έμιλι Ντίκινσον

0 σχόλια
Emily Dickinson

Είμαι ο Κανένας! Εσύ ποιος είσαι;
Είσαι - κι εσύ - Κανένας;
Είμαστε δύο τότε! Μη μιλήσεις!
Αλίμονό μας - θα το μάθουν όλοι!


Ω, πόσο ανιαρό - να είσαι - Κάποιος!
Πόσο κοινό - σαν Βάτραχος - να λες
Ολημερίς Ιούνη μήνα - τ' όνομά σου
Σε ένα Βάλτο γεμάτο θαυμασμό!


[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο (την παραλλαγή που χρησιμοποίησα για τη μετάφραση).
Συνέχεια →
Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Ευρυδίκη - H.D.

0 σχόλια
Ευρυδίκη

Γιατί γύρισες,
ο Άδης για να κατοικηθεί ξανά
από εμένα έτσι
ριγμένη στην ανυπαρξία;

Γιατί γύρισες;
γιατί έστρεψες το βλέμμα σου;

Μ’ έριξες πίσω λοιπόν…
Εγώ που θα βάδιζα με τις ψυχές τις ζωντανές
πάνω στη γη.
Εγώ που θα ξάπλωνα μέσα στα ζωντανά λουλούδια
επιτέλους.

Για την αλαζονεία σου λοιπόν
και για την ασπλαχνιά σου
ρίχνομαι πίσω
εδώ όπου νεκροί λειχήνες στάζουνε
νεκρά αποκαΐδια σε τέλματα από στάχτη.

Τι ήταν αυτό που πέρασε απ’ το πρόσωπό μου
με το φως απ’ το δικό σου
και το βλέμμα σου;

Τι ήταν αυτό που είδες στο πρόσωπό μου…
το φως απ’ το δικό σου πρόσωπο,
τη φωτιά απ’ τη δική σου παρουσία;

[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]
[Διαβάστε εδώ το ποίημα στο πρωτότυπο.]
Συνέχεια →
Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα - Μαριάννα Κορομηλά (εκδ. ΑΓΡΑ)

0 σχόλια
Προσφυγιά και επιχειρηματικό δαιμόνιο στη Μαύρη Θάλασσα

Ομολογώ ότι δεν ήμουν ιδιαίτερα φιλικά προδιατεθειμένος απέναντι στο βιβλίο της Κορομηλά. Δεν μπορώ να πω ότι με είχε ξετρελάνει η «Μαρία των Μογγόλων» και το σφιγμένο , γεμάτο παρεκβάσεις, γράψιμό της και η έπαρση που μου φάνηκε πως διέκρινα. Παρ’ όλα αυτά, είχα ανέκαθεν περιέργεια γι’ αυτό που μάλλον θεωρείται το καλύτερο έργο της, τον «Οδυσσέα».  Έχοντας διαβάσει τη «Μαύρη Θάλασσα» του Νηλ Άσερσον που λίγο-πολύ αναφέρεται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, ήμουν ήδη ενημερωμένος για την προαιώνια παρουσία και δράση των Ελλήνων στην περιοχή. Έτσι δεν με ξάφνιασαν οι καθηλωτικές λεπτομέρειες της Μ.Κ. για τη σημασία της πολιτισμικής κληρονομιάς που άφησε πίσω του το Βυζάντιο παίρνοντας τη σκυτάλη από τους Αρχαίους Έλληνες. Και το κύριο μέσο μεταφοράς πολιτισμού ήτανε πάντα το εμπόριο.

Έμπορας είναι, κυρίως, και ο ήρωας της Μ.Κ., ο Γιάνκος Δανιηλόπουλος. Τα βιογραφικά του στοιχεία, γραμμένα από τον ίδιο και επεξεργασμένα πρώτα από την κόρη του και αργότερα από την Μ.Κ., εναλλάσσονται με κεφάλαια στα οποία δίνονται γενικότερες πληροφορίες για την κάθε εποχή και περιοχή όπου τον ρίχνουν οι ταραγμένοι καιροί. Μια περιπλάνηση σε όλη τη δυτική και βόρεια παρευξείνια ζώνη, από τους βαλκανικούς πολέμους μέχρι τη μεταπολεμική, ελέω Σοβιετικής Ένωσης, κομουνιστική επικράτηση. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η προσαρμοστικότητα του Έλληνα και η ευκολία (ή δυσκολία) με την οποία επιβιώνει σε όλες τις καταστάσεις (στηριγμένος σε μία πολυάριθμη και εξίσου δραστήρια οικογένεια). Εννιά φορές (αν μέτρησα σωστά) αναγκάζεται να πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς και να ξαναρχίσει (σχεδόν) από το μηδέν. Το επιχειρηματικό δαιμόνιο είναι φοβερό. Σκέφτομαι όμως πως αν το βιβλίο δεν αναφερόταν σε Έλληνα, σε ορισμένα σημεία θα το διαβάζαμε απλώς ως συμβουλές για το «πώς να τα χάσετε όλα και να πλουτίσετε ξανά σε έναν χρόνο». Φαντάζεστε τι «θυσίες» και τι συμβιβασμοί χρειάζεται να γίνουν για να κατορθωθεί κάτι τέτοιο. Σε αυτή την περίπτωση αναρωτιέμαι πως σημασία έχει όχι το τι λέει αλλά τι ΔΕΝ λέει ο συγγραφέας – η Μ.Κ. ή/και ο ίδιος ο Δανιηλόπουλος. Να αναφέρω ενδεικτικά ότι στην γερμανοκηδεμονευόμενη Ρουμανία ο Γ. Δ. εγγράφεται στη Γερμανική Ακαδημία «επειδή θαυμάζει τον γερμανικό πολιτισμό». Αυτό το λιγότερο που μπορεί να θεωρηθεί είναι πολιτική αφέλεια. Ας μην αναλογιστώ το περισσότερο…

Δεύτερη «απορία» μου:
[Λεζάντα στη φωτογραφία της σελίδας 188]                                                                                  «Φυλακή Ντοφτάνα: Στα 397 κελιά φυλακίστηκαν οι ηγέτες της αγροτικής εξέγερσηςτου 1907 και της εργατικής του 1933. Εδώ, κομβόυ καταδίκων στα αλατωρυχεία Τουργκόκνα της Ντοφτάνα. Η παρουσία του Δανιηλόπουλου, ο οποίος φωτογραφίζεται δίπλα σε αξιωματικούς της χωροφυλακής και με φόντο τους πολιτικούς κρατούμενους, οφείλεται σε επιχειρηματικούς λόγους. (1928. Φωτ. Γ.Δ.)»
Τι στο καλό σημαίνει αυτό; Τι είναι οι «επιχειρηματικοί λόγοι» και πόσα μπορούν να δικαιολογήσουν; Σαν να λέμε, κατ’ αντιστοιχία, ο τάδε Έλληνας επιχειρηματίας εμφανίζεται χαμογελαστός σε επίσκεψη στη Μακρόνησο. Πώς θα τον χαρακτηρίζατε; Η Μ.Κ. πάντως αυτά τα αφήνει ασχολίαστα και γενικά δεν αμφισβητεί τον Δανιηλόπουλο.


Με λίγα λόγια δεν με εντυπωσιάζει ή καλύτερα με εντυπωσιάζει αρνητικά ο ήρωας της Μ.Κ.. Η οπτική του γωνία είναι περιορισμένη και η μνήμη του υπερβολικά επιλεκτική. Καταγράφει «λογιστικά» παρά περιγράφει (με εξαιρέσεις,  π.χ. τους αναστενάρηδες). Όταν ερωτεύεται, ο «λογιστής» αρχίζει να μιλάει πιο ανθρώπινα. Το τελευταίο μέρος, οι μέρες του Κορωπίου, δίνεται με περισσότερες λεπτομέρειες. Προφανώς θυμάται καλύτερα τα πιο πρόσφατα γεγονότα. Γενικά, πάντως, συχνά έπιασα τον εαυτό μου να ξαναδιαβάζει κάποιες σελίδες, οι οποίες την πρώτη φορά περνούσαν από μπροστά μου χωρίς να τις καταγράφει ο εγκέφαλός μου. Κάτι που δεν μου συμβαίνει με την καλή λογοτεχνία.


Εν κατακλείδι, παρ’ όλες τις αδυναμίες του κειμένου και του ήρωά της, η Κορομηλά μάς φανερώνει μια πλευρά του ελληνισμού που είναι σχεδόν άγνωστη. Οι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες που εμπλέκονται στις παρευξείνιες περιπέτειες, στον μακρινό απόηχο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, είναι η τελευταία σελίδα μιας τραγικής εν τέλει ιστορίας. Με την «απαλοιφή» αυτών των απόδημων Ελλήνων ο μαυροθαλασσίτικος κόσμος δεν θα είναι ποτέ πια ο ίδιος. Οι εποχές των ταξιδιών χωρίς κρατικά σύνορα είναι πια παρελθόν. Καλύτερα να το αποφασίσουμε μια και καλή: το χρυσόμαλλο δέρας δεν πρόκειται να επιστρέψει ποτέ εκεί από όπου ξεκίνησε. 
Συνέχεια →
Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

10 ώρες δυτικά - Γιώργος Γλυκοφρύδης (ΕΛ. ΓΡΑΜΜΑΤΑ)

0 σχόλια
Γυρίζοντας την πλάτη στην Ιστορία

Έχοντας ζήσει τα γυμνασιακά και τα φοιτητικά μου χρόνια στη Θεσσαλονίκη, δεν μπορούσα παρά να νιώσω στο μυθιστόρημα του Γιώργου Γλυκοφρύδη σαν στο σπίτι μου. Και είναι πραγματικά ένα βιβλίο που σου δημιουργεί την αίσθηση ότι βρίσκεσαι εκεί, αλλά είναι ταυτόχρονα πικρή η συνειδητοποίηση ότι η πόλη έχει αλλάξει χωρίς, φυσικά, να σε λογαριάσει.

Η Θεσσαλονίκη είναι, ως γνωστόν, η μόνη πόλη στην Ελλάδα που έχει τόσο μακραίωνη αδιάλειπτη ιστορία. Τα πρόσωπα που κατά καιρούς έχει αλλάξει είναι χαραγμένα πάνω στο κορμί της, έστω κι αν τα διάφορα ψιμύθια δεν επιτρέπουν στον επισκέπτη (αλλά και στον κάτοικο) να τα αντιληφθεί. Να θυμίσω ενδεικτικά ότι ένα από τα σημαντικότερα τζαμιά της (το Χαμζά-Μπέη τζαμί – χτισμένο το 1467-8!) στέγαζε επί χρόνια κεντρικό τσοντάδικο της πόλης (Αλκαζάρ) και τώρα επιτέλους αναστηλώνεται. Πόσοι γνωρίζουν ότι το έμβλημα της πόλης, ο Λευκός Πύργος, είναι τούρκικη κατασκευή; Ποιοι από μας ξέρουν ότι πριν το 1912 η μεγαλύτερη κοινότητα της πόλης ήταν η εβραϊκή, με ιστορική παρουσία τεσσάρων και πλέον αιώνων και ένα μέγεθος της τάξης του 40% του συνολικού πληθυσμού (με τους Έλληνες γύρω στο 20%). Η ανάγκη ελληνοποίησης της Θεσσαλονίκης έφερε κάποιες μερίδες του χριστιανικού πληθυσμού σε αντίθεση με τους Εβραίους, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του Κάμπελ, το 1931. (Εκεί κατά κάποιο τρόπο ξεκινάει μάλλον και το μίσος του Σταύρου Τσόχα καθώς αναφέρεται κατ’ επανάληψη η συμμετοχή του πατέρα του σ’ αυτά.)

Το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος αναπλάθει την κατοχική Θεσσαλονίκη και τις διώξεις (ευφημισμός μού ακούγεται) των Εβραίων από τους Γερμανούς. Το κεντρικό πρόσωπο είναι ο Σταύρος που μαζί με τον αινιγματικό Κατσεμπάνο συνεργάζονται με τους Ναζί στην προσπάθεια «εκκαθάρισης» (στο πλαίσιο της γνωστής «τελικής λύσης»). Είναι τόσο έντονη η ατμόσφαιρα που δημιουργεί με κινηματογραφικό τρόπο ο Γλυκοφρύδης (γιος του γνωστού σκηνοθέτη άλλωστε και συνεργάτης σε κινηματογραφικές παραγωγές ο ίδιος) που βρίσκεσαι κι εσύ εκεί στην Πλατεία Ελευθερίας (τι τραγική επιλογή!) μαζί με τους χιλιάδες Εβραίους που υφίστανται άπειρους εξευτελισμούς με πρόσχημα την καταγραφή τους. Όπως βρίσκεσαι κι εσύ εκεί όταν ο Σταύρος εισβάλλει, με κύριο όπλο ένα τσεκούρι, στο σπίτι των Λεβή ψάχνοντας για λίρες. Ο τρόπος που ο Γ.Γ. σκιαγραφεί τον υπάνθρωπο Σταύρο Τσόχα είναι συγκλονιστικός. Ελλειπτικός κι απέριττος, πάει κατ’ ευθείαν στην καρδιά του κτήνους, που κυριαρχείται από απρόκλητο μίσος και απληστία.

Το υπόλοιπο βιβλίο είναι στην ουσία η ερωτική ιστορία ανάμεσα στην Αριάδνη και τον Μωυσή. Πάλι η γραφίδα του συγγραφέα σε φέρνει μέσα στην ιστορία που διηγείται. Με πολλά στοιχεία από την καθημερινότητα της πόλης, με γλώσσα ρέουσα και διαλόγους καλοδουλεμένους σε ένα σύγχρονο ιδίωμα (φαντάζομαι έτσι μιλάνε πια οι νέοι της συμπρωτεύουσας) σε κάνει να νιώθεις σαν να μπορείς να αγγίξεις τους ήρωές του. Δεν θα έλεγα ότι αισθάνθηκα το ίδιο στα «αμερικάνικα» κομμάτια, αλλά αυτό το δικαιολογώ κάπως, επειδή ίσως να ήταν αυτή η πρόθεση του συγγραφέα. Αυτό που θεωρώ αρνητικό είναι το ότι ο Γ.Γ. παρασυρμένος από την ερωτική του ιστορία - ερωτεύονται άραγε οι συγγραφείς τις ηρωίδες τους; - βάζει σε δεύτερη μοίρα εκείνο με το οποίο ξεκίνησε: την επίδραση της Ιστορίας πάνω στο άτομο. Τώρα πια όλοι είναι διατεθειμένοι να αρνηθούν το παρελθόν, να ξεχάσουν. Όλοι δείχνουν τη μεγαλοψυχία τους. Ακόμη και η εκδίκηση είναι μια απλή διαδικασία. Αρκεί αυτό όμως για την κάθαρση; Και πώς σχετίζονται όλα αυτά με το τέλος της ιστορίας: φτάνει να πληρώσει ένα χούφταλο δοσίλογος για να γίνει η Ελλάδα ένας τόπος όπου μπορείς να ζήσεις;

Θυμάμαι τους φίλους και συμμαθητές Έλληνες-Εβραίους (τον Τόνι, τον Μωυσή που τον φωνάζανε Μίμη, και τόσους άλλους) και θλίβομαι γιατί ποτέ δεν αναρωτήθηκα πώς βρέθηκαν σ’ αυτή την πόλη, ποια ήταν η ιστορία τους, η ιστορία της  οικογένειάς τους. Μήπως παίρνουμε υπερβολικά πολλά πράγματα ως δεδομένα; Μήπως έχουμε αναπτύξει μια υπερβολικά επιλεκτική μνήμη;  Όλοι μας λίγο-πολύ έχουμε γυρίσει την πλάτη στην Ιστορία και φοβάμαι ότι αυτό δεν προμηνύει τίποτα καλό για το μέλλον.
Συνέχεια →
Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Νόμπελ στον Μάριο Βάργκας Γιόσα (Llosa)

0 σχόλια

Στον 74χρονο περουβιανό συγγραφέα Μάριο Βάργκας Γιόσα απονέμεται το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 2010, ανακοίνωσε σήμερα, Πέμπτη, στη Στοκχόλμη η Επιτροπή Νομπέλ της Σουηδικής Ακαδημίας. Το βραβείο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 10 εκ. σουηδικών κορώνων (περίπου 1 εκ. ευρώ).

Στην ανακοίνωση της επιτροπής αναφέρεται ότι το βραβείο απονέμεται στον περουβιανό συγγραφέα "για τη χαρτογράφηση των δομών της εξουσίας και τις διεισδυτικές εικόνες της αντίστασης του ατόμου, της εξέγερσης και της ήττας του".

Ο Μάριο Βάργκας Γιόσα γεννήθηκε στην πόλη Αρεκίπα του Περού στις 28 Μαρτίου 1936 και απέκτησε την ισπανική υπηκοότητα το 1993, τρία χρόνια μετά την ήττα του στις προεδρικές εκλογές στο Περού.

Επιλογή βιβλιογραφίας:
Η πόλη και τα σκυλιά (Καστανιώτη)
Το παλιοκόριτσο (Καστανιώτη) [εδώ παρουσίαση του βιβλίου στο ιστολόγιό μας]
Ο παράδεισος στην άλλη γωνία (Καστανιώτη)
Το πράσινο σπίτι (Καστανιώτη)
Μια ιστορία για τον Μάυτα (Καστανιώτη)
Η γιορτή του τράγου (Καστανιώτη)
Τα τετράδια του δον Ριγοβέρτο  (Καστανιώτη)
Μητριάς εγκώμιο (Πατάκη)
Ο Λιτούμα στις Άνδεις (Εξάντας)
Ο πόλεμος της συντέλειας του κόσμου (Εξάντας)
Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες (Εξάντας)

Διαβάστε εδώ αποσπάσματα από συνεντεύξεις του Γιόσα στον διεθνή Τύπο.
Συνέχεια →
Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Νεκρή Ευρώπη - Christos Tsiolkas (εκδ. Printa)

0 σχόλια

(Διαβάστε εδώ συνέντευξη του Χρήστου Τσιόλκα στο Βήμα κι εδώ στο kourdistoportokali)

Το τρίτο μυθιστόρημα του Ελληνο-Αυστραλού Χρήστου Τσιόλκα (Christos Tsiolkas) είναι πολύ ενοχλητικό. Θα έλεγα ότι η ωμότητα των ομοφυλοφιλικών σεξουαλικών πράξεων (κάθε άλλο παρά ερωτικά περιγραμμένων) είναι το μικρότερο σοκ που υφίσταται ο μέσος αναγνώστης. Η κοπροφιλία, ο βαμπιρισμός και ο σαδιστικός φόνος (έστω και σε οραματικό [;] επίπεδο) είναι μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά που οδηγούν το κείμενο σε έναν βάναυσο νατουραλισμό. Ταυτόχρονα, μεγάλα κομμάτια του μυθιστορήματος κινούνται σε έναν μαγικό ρεαλισμό στην πιο μαύρη ίσως εκδοχή του. Ο Τσιόλκας μάς κατεβάζει σε μια Κόλαση, σε μια σύγχρονη Αυλή των Θαυμάτων, χωρίς εύκολη έξοδο. Αυτός ο Κρανίου Τόπος έχει όνομα: λέγεται Ευρώπη, λέγεται Δυτικός Πολιτισμός - μια Κιβωτός που περιπλανιέται σε μια θάλασσα από ούρα, κόπρανα, σπέρμα και αίμα, φορτωμένη καταδικασμένους ανθρώπους.

Η ιστορία εξυφαίνεται σε δύο χρονικά επίπεδα. Το ένα, στην εποχή της Κατοχής, του
Εμφυλίου και της δεκαετίας του '50, μιλάει για μια οικογένεια που ζει σε ένα χωριό
κοντά στο Καρπενήσι. Μυστικά και ενοχές. Σκληρές εικόνες, οι οποίες όμως είναι τόσο
δυνατές που σε προδιαθέτουν να τους συγχωρήσεις την ενδεχόμενη αδικία. Εξάλλου, ο
Χ.Τ. δεν είναι ο μόνος συγγραφέας που σκιαγραφεί τόσο αρνητικά το ελληνικό χωριό. Η
γλώσσα είναι εξαιρετική και διακριτή σε σχέση με τη σύγχρονη αφήγηση, κάτι που
φαίνεται και στη μετάφραση της Νίκης Προδρομίδου (με ελάχιστες παρασπονδίες). Το
δεύτερο επίπεδο διαδραματίζεται στο τώρα (2004, αν κρίνουμε από τις αναφορές στους
Ολυμπιακούς Αγώνες) και είναι μια περιπλάνηση στην Ευρώπη που ξεκινάει από την
Αθήνα για να καταλήξει στο Λονδίνο.

Ο αφηγητής και κεντρικός χαρακτήρας, ο Ισαάκ, ο Ελληνο-Αυστραλός με το - όχι τυχαία
- ισραηλίτικο όνομα, φωτογράφος, θα γίνει ο περιηγητής και ο μάρτυρας μιας Ευρώπης
που πεθαίνει.Εγκλωβισμένη στο παρελθόν της χωρίς να μπορεί να βρει τη θέση της σ'
έναν κόσμο που αλλάζει. Κατακερματισμένη, καταναλωτική αλλά και βυθισμένη στη φτώχεια, ρατσιστική και αφιλόξενη, με πόλεις-γκέτο, με τα φαντάσματα του παρελθόντος να καταγράφονται ακόμα και στο φιλμ της φωτογραφικής μηχανής του Ισαάκ. Δίπλα σ' αυτά τα φαντάσματα ζουν οι ήρωες του Χ.Τ. Ξεριζωμένοι, μετανάστες ή πρόσφυγες, αρσενικές και θηλυκές πόρνες, ξεπουλημένοι καλλιτέχνες, εκπατρισμένοι καθηγητές φιλοσοφίας που εργάζονται ως αχθοφόροι. Το αστικό τοπίο μοιάζει ντεκόρ σε ταινία τρόμου.

Ο Ισαάκ, ομοφυλόφιλος, σε μόνιμη σχέση με τον Κόλιν που έχει μείνει στη Μελβούρνη,
αλλά σε πρόσκαιρη σχέση σχεδόν με όποιον νεαρό ή μεγαλύτερο άντρα βρεθεί στον δρόμο του, περιφέρεται άσκοπα στις πόλεις της "νεκρής" ηπείρου αναζητώντας τον εαυτό του. Σιγά-σιγά η όσφρησή του οξύνεται έτσι ώστε αντιλαμβάνεται πια τους άλλους γύρω του με τον πιο ζωώδη τρόπο. Το αίμα, που είναι φορέας ζωής αλλά και αυτό που ενώνει φυλετικά με το παρελθόν, γίνεται γι' αυτόν θάνατος.

Δεν ξέρω αν μπορώ να συμφωνήσω με τη λύση που δίνει τελικά ο Χ.Τ. (τουλάχιστον όπως την προσλαμβάνω εγώ: αυτό που σώζει είναι η πίστη, η αγάπη και η θυσία), σίγουρα όμως το μυθιστόρημα αυτό δεν ξεχνιέται εύκολα. Χαοτικό και βαθύ, ωμό αλλά και ανθρώπινο, σε βάζει να σκεφτείς πολλά πράγματα για την Ελλάδα, την Ευρώπη (άν έχει κάποια ευρύτερη σημασία αυτός ο γεωγραφικός όρος) και τον κόσμο της παγκοσμιοποίησης που όλο και περισσότερο μας φοβίζει. Μια επίσκεψη στο διαδίκτυο - για όσους διαβάζουν επαρκώς αγγλικά - μπορεί να δείξει πόση αίσθηση, θετική κι αρνητική, έκανε η "Νεκρή Ευρώπη". Από τις πολυάριθμες αναλύσεις (κι όχι απλές βιβλιοπαρουσιάσεις σαν τη δική μας) μπορεί να φανεί πόσο αγγίζει ο προβληματισμός του Χ.Τ. Ίσως ήταν άδικο που έπρεπε να είναι στη λίστα των υποψηφίων του Booker με το καινούργιο του Slap ("Χαστούκι") για να τον ανακαλύψουμε και όσοι ζούμε στις παρυφές του Δυτικού Πολιτισμού.
Συνέχεια →
Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

"Θέκλη" της Αθηνάς Κακούρη (εκδ. ΕΣΤΙΑ)

2 σχόλια
Τα κρατικά βραβεία της Μεγάλης Ιδέας

Καταλαβαίνω την ανάγκη να δείχνει κανείς αβρότητα προς μία γηραιά κυρία. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να μην υπάρχουν κριτικές (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων - κι αυτών πολύ σύντομων κι επιγραμματικών) που να επισημαίνουν ("ευγενικά", έστω) τις προφανείς αδυναμίες του μυθιστορήματος της κας Κακούρη. Θα το συγχωρούσα και θα άντεχα στον πειρασμό να γράψω γι' αυτό, αν δεν μάθαινα ότι το βιβλίο αυτό κέρδισε - το 2007 - το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το 2005 (πάλι τα βραβεία!). Τονίζω τις χρονολογίες για να δείξω ότι μιλάμε για σύγχρονες καταστάσεις που αφορούν σύγχρονα μυθιστορήματα.

Η "Θέκλη" αναφέρεται στην περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13. Μία νιόπαντρη νεαρά κυρία στέλνεται μετά από προτροπή της κουνιάδας της στο μέτωπο για να υπηρετήσει ως εθελόντρια νοσοκόμα. Βέβαια ο απώτερος σκοπός είναι να αποκτήσει η μικροαστική οικογένεια ανώτερες κοινωνικές σχέσεις μια και μαζί της θα υπηρετούν πολλές κυρίες της αριστοκρατίας και ουκ ολίγες πριγκίπισσες. Ας σημειωθεί ότι αφήνει πίσω την νεογέννητη κόρη της στα χέρια  άξιας φυσικά τροφού! Στον πόλεμο θα "ψηθεί" σε έναν άλλο τρόπο ζωής, έτσι ώστε σιγά-σιγά ο μικροαστός (πετυχημένος μπακάλης) σύζυγος να της φαίνεται πολύ "λίγος" σε σχέση με τους ηρωικούς αξιωματικούς. Ο έρωτας έρχεται ως φυσικό επακόλουθο. Μα είναι τόσο απότομη η μεταστροφή της Θέκλης που δεν αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα τα ακριβή κίνητρα (αν χρειάζονται και τέτοια...) που την οδηγούν στον εραστή της. Εννοώ ότι δεν το συζητάει καν με τον εαυτό της ώστε να μας προϊδεάσει η συγγραφέας για το τι θα συμβε;i. Κατά τα άλλα παρακολουθούμε διάφορους δευτερεύοντες χαρακτήρες από το περιβάλλον της ηρωίδας που όμως οι περισσότεροι ελάχιστο ρόλο παίζουν στην εξέλιξη της πλοκής, ανήκοντας περισσότερο στον διάκοσμο (π.χ. Νταίζη και Ζανώ).

Το κύριο ατού του μυθιστορήματος είναι η εξαιρετική φροντίδα για τη γλώσσα. Είναι εντυπωσιακό το πώς προσαρμόζεται ανάλογα με τον ομιλητή, την κοινωνική του θέση, την ιδεολογία του. Πόσο αδιατάραχτα γίνεται η μεταπήδηση από το ένα ιδίωμα στο άλλο. Επίσης, κάποιες σκηνές συμπυκνωμένης έντασης ξεχωρίζουν, όπως εκείνες της σύγκρουσης ανάμεσα στη Θέκλη και τον σύζυγό της. Είναι όμως πολύ λίγες για έναν όγκο 580 σελίδων. Κάτι που μου έκανε αρνητική εντύπωση είναι το πόσο λίγο "μυρίζεις" Θεσσαλονίκη μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Είναι άραγε η αμηχανία της Α.Κ. απέναντι σε μια πόλη (με τους Έλληνες μειοψηφία) που πιθανότατα δεν ταιριάζει στο καλούπι που έχει στο μυαλό της; Η Αθήνα, αντίθετα, παρά τη μικρότερη συμμετοχή της στην πλοκή, είναι πιο έντονη.

Αναμφισβήτητα το βασικό μέλημα της Α.Κ. είναι να μας δώσει το κλίμα της εποχής και τον θαυμασμό της για τα δεινά και τους θριάμβους του ελληνισμού. Όμως εδώ ακριβώς προκύπτουν οι μονομέρειες και οι εμπάθειές της. Τα αποσπάσματα από μαρτυρίες με τα οποία διανθίζει το κείμενό της προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από ανθρώπους του περιβάλλοντος του Ίωνα Δραγούμη και των κύκλων του Υπουργείου Εξωτερικών που αντιμάχονταν την πολιτική του Βενιζέλου. Θα μου πείτε, η κα Κακούρη λογοτέχνης είναι και όχι ιστορικός για να φροντίζει για την αντικειμενικότητα των πηγών και των στοιχείων της. Ναι, αλλά δεν μπορείς τόσο αβασάνιστα να παίρνεις θέση υπέρ της μίας άποψης (που μάλιστα η Ιστορία δεν δείχνει να τη δικαιώνει) χωρίς μια ευλογοφανή (και όχι μονοσήμαντη) τεκμηρίωση. Στο κάτω-κάτω ιστορικό μυθιστόρημα γράφεις και όχι βίπερ-Νόρα! Η Α.Κ. δείχνει τόσο ακραιφνώς αντιβενιζελική που αφήνεται να ξεχειλίσει από θαυμασμό για τον "αντίπαλο" του ανδρός. Δεν έχουν τέλος οι λιβανωτοί για τον βασιλιά Γεώργιο, τα παινέματα για τον διάδοχο Κωνσταντίνο, οι εύφημες μνείες για τους διάφορους πρίγκιπες. Ενώ το μυθιστόρημα βρίθει κριτικών (δικαιολογημένων πιθανότατα) απέναντι στον Βενιζέλο, δεν δείχνει καμιά τέτοια διάθεση απέναντι στη βασιλική οικογένεια και τους συν αυτή. Ακόμη και στις πάμπολλες αναφορές της στον "ατυχή" πόλεμο του 1897 ξεχνάει να μας πει για τον "ατυχή" ρόλο των πριγκίπων. Όλες οι στρατιωτικές επιτυχίες είναι στρατηγικό κατόρθωμα του Κωνσταντίνου (και των Ελλήνων στρατιωτών βέβαια) ενώ ο "Κρητικός" είναι ενδοτικός και πολιτικάντης. Από την άλλη, κάποιοι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι υπήρξε μια ανταλλαγή τηλεγραφημάτων μεταξύ των δύο ανδρών όπου ο διάδοχος εμφανίζεται να θέλει να βαδίσει προς το Μοναστήρι αντί της Θεσσαλονίκης και ο πρωθυπουργός του το "απαγορεύει". Αυτό δεν αφαιρεί από τη δόξα του Κωνσταντίνου; Δεν θα έπρεπε ένα ιστορικό μυθιστόρημα να διαπραγματευτεί κάτι τέτοιο αντί να το αγνοεί; Δεν θα έπρεπε να μας μιλήσει για το εθνολογικό πρόβλημα της Μακεδονίας; Ο Ίων Δραγούμης υπήρξε λαλίστατος επί του θέματος στα ημερολόγιά του (που το Υπουργείο Εξωτερικών πριν λίγα χρόνια άνοιξε και μετά από λίγο ξανάκλεισε εσπευσμένα). Δεν υπέπεσε τίποτα στην αντίληψή της κατά τη διάρκεια των επισταμένων ιστορικών ερευνών της; Θα ήταν πιο ενδιαφέρον από τις ηρωικές ενέργειες του Ιωάννη Μεταξά και το παραλήρημα για τα επιτεύγματα των πριγκίπων. Ο αντίλογος θα ήταν ενδεχομένως ότι αυτά τα λένε οι χαρακτήρες του βιβλίου κι όχι η συγγραφέας. Δεν μπορεί όμως να είναι τυχαίο ότι όλες οι ηρωικές μορφές είναι αντιβενιζελικοί ενώ οι υποστηρικτές του τότε πρωθυπουργού είναι ο "καλός κόσμος" του διάκοσμου. Αυτό είναι θέση. Όπως θέση είναι και οι επιλογές των σχολίων και των αποσπασμάτων.

Εννοείται ότι ο μεγάλος "ήρωας" του βιβλίου είναι η Μεγάλη Ιδέα. Όχι ότι η κα Κακούρη είναι η μόνη σύγχρονη συγγραφέας που εξακολουθεί να ασπάζεται μεγαλοϊδεατισμούς και αλυτρωτικές απόψεις. Αλλά οι κύριοι των κριτικών επιτροπών τι ακριβώς επικροτούν και προτείνουν όταν βραβεύουν ένα τόσο οπισθοδρομικό μυθιστόρημα; Πόσοι Αδώνιδες μπορεί να τις απαρτίζουν ώστε να μας προσφέρουν το χθες ως σήμερα και ως αύριο;
Συνέχεια →
Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Οι τέσσερις τοίχοι - Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης (εκδ. ΡΟΔΑΚΙΟ)

0 σχόλια

                                                         [Διαβάστε συνέντευξη του συγγραφέα]

Γιατί παραληρούμε όταν επιτέλους οι "κουτόφραγκοι" μάς αναγνωρίζουν; Είναι άραγε επαρχιωτισμός; Είναι μια έλλειψη αυτοπεποίθησης σαν του παιδιού που ζητά την αναγνώριση του πατέρα; Και γιατί αποζητάμε την καταξίωση στα μάτια αυτών που - υποτίθεται - περιφρονούμε ("που ζούσαν σε σπηλιές όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες"); Άλλοι πάλι δηλώνουν αντίθετοι στο  να επιδιώκει η ελληνική λογοτεχνία πάση θυσία (δηλαδή, αναλόγως προσαρμοζόμενη) την εξαγωγή της. Η γνώμη μου είναι ότι θα πρέπει να είμαστε λίγο πιο νηφάλιοι όταν αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της εξαγωγιμότητας της λογοτεχνίας μας. Είναι προφανές ότι τα κριτήρια αναγνωστικής επιλογής είναι διαφορετικά σε κάθε χώρα. Δεν ξέρω για άλλες χώρες, αλλά στον αγγλοσαξονικό κόσμο (που ως γνωστό κυριαρχεί) δύσκολα διαβάζονται μεταφρασμένοι τίτλοι. Και έχω την εντύπωση πως ο Άγγλος ή ο Αμερικάνος αναγνώστης δεν ξεφεύγει εύκολα από κάποια στερεότυπα. Περιμένει ενδεχομένως από τον Έλληνα ή τον Ισπανό ή τον Τούρκο συγγραφέα να του δώσει κάτι που να έχει το "άρωμα" της χώρας προέλευσης (αν όχι το εξωτικό ή το φολκλόρ). Γιατί να διαβάσει σε έναν Έλληνα αυτό ακριβώς που μπορεί να βρει στον γνωστό συμπατριώτη του συγγραφέα; Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις αλλά δεν "χρωματίζουν" αυτές την υπάρχουσα τάση. Και φυσικά υπάρχει ανάγκη για μεταφράσεις αν θέλουμε να ελπίζουμε ότι μπορούμε να αναπροσανατολίσουμε τις αναγνωστικές συμπεριφορές. Αυτό βέβαια θα σήμαινε και επιδοτήσεις μεταφράσεων. Δεν έχω τα απαραίτητα στοιχεία. Όμως κρίνοντας από τις περικοπές που έσπευσε να κάνει το αρμόδιο (;) υπουργείο στον χώρο του ΕΚΕΒΙ και τη γενικότερη αδιαφορία των κρατούντων για το βιβλίο, πολύ αμφιβάλλω αν είναι εφικτό κάτι τέτοιο (η "κρίση", βλέπετε).

Αυτά όλα τα θυμήθηκα όταν "ανακάλυψα" ότι το 2007 ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης ήταν υποψήφιος για το υποληπτόμενο βρετανικό βραβείο Foreign Fiction Prize της εφημερίδας Independent [βραβεύει μεταφρασμένη στα αγγλικά λογοτεχνία]. Το μυθιστόρημα με το οποίο μπήκε στην βραχεία λίστα, "Οι τέσσερις τοίχοι", κυκλοφόρησε το 2001 στην Ελλάδα και δεν πέρασε απαρατήρητο, μια και κέρδισε το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω. Νομίζω ότι η αποδοχή του από το κοινό δεν ήταν ανάλογη. Προσωπικά, αυτά τα χρόνια όλο έλεγα να το διαβάσω κι όλο κάτι τύχαινε και το ανέβαλα. Τελικά, η "κρίση", που με έστειλε να ψάχνω στις δανειστικές βιβλιοθήκες αυτά που δεν μπορώ πλέον να αγοράσω, το έφερε στον δρόμο μου.

Η πλοκή διαδραματίζεται σε κάποιο φανταστικό νησί του Αιγαίου (για να πας εκεί περνάς από ένα άλλο που το όνομά του θυμίζει μπαχαρικό: Κάρυστος (Ευβοίας); Χίος; Δεν έχει σημασία.) Οι χαρακτήρες μοιάζουν να μη μπορούν να ξεφύγουν από κάτι. Ο Π. Ροδακής, όταν πεθαίνει ο πατέρας του, κάνει ένα ταξίδι ολίγων μηνών ανά τον κόσμο κι έπειτα επιστρέφει για να μείνει στο παράξενο σπίτι του, το οποίο αργότερα ανταλλάσσει με τους τέσσερις τοίχους της φυλακής του. Παλεύει με μια χίμαιρα που δεν είναι καν δική του - κληρονομεί τη συνταγή ενός "αγγελικού" μελιού την οποία προσπαθεί να εφαρμόσει. Στο σπίτι του έρχεται και μένει μια αινιγματική γυναίκα, η Βάγια. Δεν διευκρινίζεται ποτέ τι είδους σχέση έχει ο Ροδακής με τη Βάγια πλην του ότι γίνεται συνεργάτης του στην επιχείρηση του μελιού. Γενικά υπάρχει μια αοριστία στους χαρακτήρες του Β.Χ.. Δεν περιγράφονται τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, δεν μαθαίνουμε τις σκέψεις τους ούτε τα αισθήματα που τρέφουν ο ένας για τον άλλον. Η σχέση τους με τον χώρο και με τα αντικείμενα είναι πιο καθοριστική. Έχω την αίσθηση ότι επίτηδες υποβαθμίζονται οι σχέσεις των ανθρώπων για να τονισθεί η εξάρτησή τους από τα πράγματα. Ακόμη και οι σχέσεις του Ροδάκη με τη θετή του κόρη  (και κόρη της Βάγιας) αποκαλύπτονται καθυστερημένα. Είναι το σπίτι όπου το παράξενο τρίγωνο βρίσκει την ισορροπία του.Η εγκατάλειψη των τεσσάρων τοίχων του σπιτιού φέρνει την καταστροφή. Ακόμη και η αφήγηση, όταν απομακρύνεται από τους "τέσσερις τοίχους",  χάνει τη συνοχή της, πλατειάζει. Η φυγή στην Ελβετία λειτουργεί εντελώς αποκλιμακωτικά. (Είναι ο Ρόζενμαν το alter ego του Ροδακή; Αυτό λίγο-πολύ σηματοδοτεί το όνομα του.) Το τέλος, με το ατυχές κατά τη γνώμη μου εύρημα της ανάκρισης και την εισαγωγή κάποιων άσχετων καινούργιων χαρακτήρων, μοιάζει απελπιστικά παράταιρο.

Το ύφος του Χατζηγιαννίδη θυμίζει πολύ έντονα τον μαγικό ρεαλισμό της Ζατέλη αλλά και Μπόρχες ή Κασάρες (μεταξύ άλλων - να μην ξεχάσω και την ομοιότητα με την ατμόσφαιρα που διαθέτει το "Στρίψιμο της βίδας" του Χένρι Τζέιμς). Επίσης συγκρίνοντάς τον με τον Πάνο Καρνέζη και την επιτυχημένη πορεία του στον αγγλικό εκδοτικό χώρο, μπορούμε να δούμε τι περίπου "ζητάει" από έναν έλληνα συγγραφέα το βρετανικό αναγνωστικό κοινό. Από μόνο του αυτό έχει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του. Για να μην αδικήσω το μυθιστόρημα θα πρέπει να τονίσω ότι έχει ορισμένες εξαιρετικές στιγμές όσο -όπως προανέφερα - μένει στους "τέσσερις τοίχους". Οι προσπάθειες για τη δημιουργία του τέλειου μελιού δίνονται με πολύ κέφι και έμπνευση. Η κλειστοφοβική αγωνία στις σκηνές του Χτιστού σε καθηλώνει. Όμως σιγά-σιγά η γοητεία της αφήγησης αφήνεται να χαθεί. Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται. Ίσως τελικά τα γούστα μου να μην είναι και τόσο αγγλοσαξονικά παρ' όλη τη χρόνια αγάπη μου για την αγγλόφωνη λογοτεχνία.
Συνέχεια →
Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

"Το βαμμένο πουλί " του Γιέρζι Κοζίνσκι

0 σχόλια

«Όταν πιά μαζεύονταν γύρω μας κάμποσα πουλιά,ο Λεχ μου έκανε νόημα ν’αμολήσω τον «αιχμάλωτο».Το πουλί πετούσε ψηλά,ευτυχισμένο κι ελεύθερο, μιά πιτσιλιά ουράνιου τόξου με φόντο τα σύννεφα, και μετά χωνόταν στο καστανόχρωμο κοπάδι που το περίμενε. Τ’άλλα πουλιά σάστιζαν προς στιγμήν. Το βαμμένο πουλί έκανε κύκλους από τη μιά άκρη του κοπαδιού στην άλλη, προσπαθώντας του κάκου να πείσει τους ομοίους του ότι ήταν ένας απ’αυτούς. Ζαλισμένα όμως από τα εκθαμβωτικά του χρώματα, τ’άλλα πουλιά πετούσαν γύρω του αμετάπειστα και παρά το ζήλο με τον οποίο το βαμμένο πουλί προσπαθούσε να χωθεί στο κοπάδι, εκείνα το έδιωχναν όλο και μακρύτερα. Αμέσως μετά, τα βλέπαμε να του ορμούν μανιασμένα, το ένα μετά το άλλο και να το ξεπουπουλιάζουν. Σε λίγο, η πολύχρωμη φιγούρα έχανε τη θέση της στον ουρανό κι έπεφτε στο έδαφος. Όταν επιτέλους το βρίσκαμε, το βαμμένο πουλί ήταν συνήθως νεκρό. Ο Λεχ έσκυβε πάνω του και μετρούσε με ζέση τα χτυπήματα που είχε δεχτεί. Αίμα έσταζε από τα βαμμένα φτερά του, διέλυε την μπογιά και λέρωνε τα χέρια του Λεχ.»

Νομίζουμε ότι είναι εύκολο να απαλλαγούμε από τις δυσοίωνες σκέψεις που προκαλούν τέτοιες εικόνες. Αυτό συμβαίνει στην άγρια φύση, λέμε. Ο πολωνικής καταγωγής Γιέρζι Κοζίνσκι δείχνει μ' αυτό το βιβλίο πόσο έξω πέφτουμε αν πιστεύουμε ότι έχουμε απομακρυνθεί από τη φυσική κατάσταση που ορίζεται από το ένστικτο και την ανάγκη.

Ένα 7χρονο παιδί στέλνεται από τους γονείς του κάπου στην ύπαιθρο της Ανατολικής Ευρώπης για να σωθεί από τη γερμανική απειλή. Όταν η ανάδοχη μητέρα του σε λίγο καιρό πεθαίνει, ο μικρός ξεκινάει μια βασανιστική περιπλάνηση. Τα μελαχρινά χαρακτηριστικά του παιδιού το ξεχωρίζουν από τους χωριάτες κάνοντάς το να μοιάζει με τσιγγανόπουλο ή εβραιόπουλο (η πραγματική του ταυτότητα δεν μας δίνεται ποτέ). Αυτό το "βαμμένο πουλί" κάθε άλλο παρά προκαλεί την τρυφερότητα ή τον οίκτο των ντόπιων. Είναι μόνο ο φόβος των γερμανικών αντιποίνων που οδηγεί σ' αυτές τις συμπεριφορές ή είναι η γενικότερη απέχθεια προς τον "ξένο", τον "άλλο";

Επιλέγοντας την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο Γ.Κ. καταφέρνει να μας δώσει μια ωμή περιγραφή των περιπετειών του νεαρού του ήρωα σε μια γλώσσα απαλλαγμένη από ηθικές κρίσεις, που πολλές φορές γίνεται η ίδια βάναυση, μια και ο μικρός παύει σιγά-σιγά να σοκάρεται, μεγαλώνει , αναγκάζεται να συνηθίσει για να επιβιώσει, φτάνοντας στην εσχατιά της ανθρώπινης κατάστασης. Καθώς διαδέχονται η μία την άλλη οι σκηνές προλήψεων, μαγγανείας, προκαταλήψεων, ωμής βίας, λαγνείας και φόνου, αναρωτιέται κανείς πόσο χρειάζεται να ξύσει  το βερνίκι του πολιτισμού μας για να "ανακαλύψει" αυτή την ελλοχεύουσα φρίκη. Αρκεί ίσως ένας πόλεμος, μια καταστροφή, ή ίσως μια οικονομική κρίση (βλ. και "Η χρονιά της ερήμου" του Πέδρο Μαϊράλ) για να ξαναβρεθούμε "εκεί"...

Πολλοί προσπάθησαν να ερμηνεύσουν το βιβλίο ως αυτοβιογραφικό. Σήμερα πιστεύεται ότι ο Γ.Κ. χρησιμοποίησε εξίσου αυτοβιογραφικά με μυθοπλαστικά στοιχεία και αφηγήσεις άλλων. Αποφεύγοντας να προσδιορίσει επακριβώς την ταυτότητα του παιδιού ή τον χώρο όπου διαδραματίζεται η οδύσσειά του, ο συγγραφέας - πολωνοεβραίος μετανάστης στις Η.Π.Α. ο ίδιος - πετυχαίνει να προσδώσει πανανθρώπινες διαστάσεις. Όπως ήταν φυσικό, το μυθιστόρημα (πρωτοκυκλοφόρησε το 1965) γνώρισε πολλές αρνητικές αντιδράσεις. Όμως άντεξε στον χρόνο και αναγνωρίζεται πια ως κλασικό. Βέβαια σ' αυτό βοήθησε, πέρα από την αξία του αυτή καθ' εαυτή, και το ότι γράφτηκε στα αγγλικά και όχι στη μητρική γλώσσα του συγγραφέα.

"Το βαμμένο πουλί" διαβάζεται με κομμένη την ανάσα και σε αφήνει συγκλονισμένο. Αναμφίβολα δεν θα το συνιστούσα σε όσους θέλουν να διατηρήσουν την πίστη τους στην καλοσύνη της ανθρώπινης φύσης ή σε όσους απλώς αποφεύγουν τα σοκαριστικά αναγνώσματα. Για τους υπόλοιπους, τους πιο τολμηρούς, θα μπορούσε να είναι μια ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ.
Συνέχεια →
Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Πυθαγόρεια εγκλήματα (Αύγουστος 2010)

0 σχόλια

Τεύκρος Μιχαηλίδης, εκδόσεις Πόλις
  • Υπάρχουν όρια στην επιστημονική σκέψη;
  • Επιτρέπεται η χειραγώγησή της για να μην διαταραχθεί η “υπάρχουσα τάξη πραγμάτων”;
  • Η επιστημονική σκέψη ανήκει σε ένα κλειστό κύκλο μυημένων ανθρώπων, ή πρέπει να γίνεται αμέσως κτήμα ολόκληρης της κοινωνίας;
Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που θέτει το βιβλίο -εκτός των άλλων- και αφήνει στον αναγνώστη την απάντηση. Για τον σκοπό αυτό αναφέρεται σε 2 συγκεκριμένα εγκλήματα, που έγιναν με αφορμή την χειραγώγηση και τη παρεμπόδιση γνωστοποίησης της επιστημονικής σκέψης σε 2 συγκεκριμένες περιπτώσεις:

1)Το πρώτο «καθαρό» Πυθαγόρειο έγκλημα, που ήταν η αποπομπή - ή κατ’ άλλους δολοφονία - του Ιππασου, ενός από τους παλαιότερους μαθητές του Πυθαγόρα, γιατί τόλμησε να δημοσιοποιήσει την σκέψη του, αν η σχέση της διαγώνιου ενός τετραγώνου με μοναδιαία πλευρά (που είναι η ρίζα 2) είναι ένας κανονικός (πραγματικός) αριθμός ή κάτι άλλο.[παρένθεση: σήμερα ξέρουμε ότι κάθε πραγματικός αριθμός ο οποίος δεν είναι δυνατό να εκφραστεί ως κλάσμα δυο ακέραιων, μη μηδενικών αριθμών (μ/ν, όπου μ και ν είναι μη μηδενικοί ακέραιοι αριθμοί), σε αντίθεση με τους ρητούς αριθμούς, οι οποίοι μπορούν να εκφραστούν ως κλάσμα ακεραίων, είναι άρρητος αριθμός. Οι άρρητοι αριθμοί έχουν άπειρο αριθμό, μη επαναλαμβανόμενων περιοδικά, δεκαδικών ψηφίων: παραδείγματα άρρητων αριθμών είναι το π ή το e η τετραγωνική ρίζα του 2 κ.α.(πηγή wikipedia)] και
2)Η δολοφονία ενός εκ των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, του μαθηματικού Στέφανου Κανταρτζή, για να αποτραπεί έτσι η γνωστοποίηση δικής του μεθόδου ελέγχου οποιουδήποτε αξιωματικού συστήματος έτσι ώστε να μπορεί να αποφαίνεται για την πληρότητα και μη αντιφατικότητά του. Αυτό θεωρήθηκε ως ταφόπλακα της περαιτέρω εξέλιξης των μαθηματικών με αυθόρμητη και πηγαία έμπνευση κοκ. Τελικά αποδείχθηκε πως μάταια δολοφονήθηκε, γιατί και τη μέθοδό του αυτή είχε ήδη προλάβει να κοινοποιήσει στην Μαθηματική Κοινότητα (η οποία αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν λανθασμένη), μέχρι που τελικά ήρθε η ιδιοφυΐα του Γκεντελ με το περίφημο θεώρημά του “Περί της μη πληρότητας” να φέρει τρικυμία στον κόσμο των Μαθηματικών και όχι μόνο.

Για τους λάτρεις λοιπόν του μαθηματικού μυθιστορήματος τα “Πυθαγόρεια εγκλήματα” αποτελούν μια ακόμη πολύ ευχάριστη έκπληξη. Ο συγγραφέας έκανε μια πολύ ωραία μυθοπλασία, βασιζόμενος σε πραγματικά γεγονότα, όπως τις απόψεις των Πυθαγόρειων για τους αριθμούς και την αδυναμία τους να κατανοήσουν τους άρρητους αριθμούς, τις απόψεις της μαθηματικής κοινότητας στις αρχές του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα αυτές που παρουσιάσθηκαν σε ένα συνέδριο των Μαθηματικών το 1900 στο Παρίσι από τον Hilbert και στην “μυθοπλαστική” φιλία των 2 βασικών ηρώων του βιβλίου, που γνωρίστηκαν στο συνέδριο αυτό και έκτοτε συνδέθηκαν με βαθιά φιλία.
Έτσι το όλο σκηνικό του βιβλίο στήνεται περίτεχνα με βάση αυτούς τους 2 βασικούς ήρωες, λάτρεις των μαθηματικών, τον λαϊκής καταγωγής Στέφανο Κανταρτζή που περί το 1900 σπουδάζει στην Γαλλία και τον μεγαλοαστό Μιχάλης Ιγερινό που σπουδάζει στο Goettigen της Γερμανίας, με δάσκαλο τον περίφημο Hilbert. Έτσι το πρωί πηγαίνουν στο Συνέδριο των Μαθηματικών και τα βράδια πηγαίνουν τη μιά στο Moulen Rouge, όπου γνωρίζουν τον Ζωγράφο Toulouse Lautrec, την άλλη στο κακόφημο Ζυτ, όπου γνωρίζουν τους Παμπλο Ρουίθ (Πικάσο), τον Μανουέλ Παλέρες, τον Κάρλος Κατσαχέμας κ.α. Ο αναγνώστης γνωρίζει έτσι και μερικά ιστορικά πρόσωπα, όπως τα πρώτα βήματα της μποέμικης ζωής του Πικάσο, αλλά και την πορεία του μέσω και των Μαθηματικών προς τον κυβισμό (στο Ζυτ είχε κάνει τα πρώτα σκίτσα για τον περίφημο πίνακα “Οι κόρες της Αβινιον”) αλλά και άλλων μεγάλων καλλιτεχνών και μαθηματικών της εποχής εκείνης.

Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, το 1930 και αφού πολέμησαν -άλλος στην πρώτη γραμμή κι άλλος στα γραφεία- στον 1ο και στον 2ο βαλκανικό πόλεμο, κι απελευθερώθηκε ολόκληρη η Ελλάδα, τους βρίσκουμε να συναντιούνται τακτικά κάθε βδομάδα παίζοντας σκάκι και ανταλλάσοντας σκέψεις και απόψεις γύρω από τα μαθηματικά. Ξαφνικά ο Στέφανος βρίσκεται δολοφονημένος στο σπίτι του και ο Μιχάλης καλείται για την αναγνώριση.

Ο Τεύκρος Μιχαηλίδης στο βιβλίο του αυτό περισσότερο, νομίζω, από το προγενέστερο «Αχμες ο γιος του φεγγαριού», συνδυάζει περίτεχνα τη λογοτεχνία με τα Μαθηματικά – χωρίς να χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να τα κατανοήσει – όπως και την παράθεση ιστορικών γεγονότων και επιστημονικής σκέψης. Είναι αξιοθαύμαστο, πώς ο συγγραφέας κατάφερε να μπολιάσει τόσο ετερόκλητο υλικό και να το αποδώσει με τέτοιο ωραίο αφηγηματικό και απλό τρόπο, έτσι που και να διαβάζεται ευχάριστα, αλλά και να δίνει έναυσμα για περαιτέρω σκέψεις.


Υστερόγραφο:
1) Αφού διαβάστε το βιβλίο κάντε οπωσδήποτε τον κόπο να δείτε αυτή την Εξαιρετική συνοπτική εικονογραφημένη παρουσίαση του βιβλίου!
2) Όποιος ενδιαφέρεται να πάρει μια γεύση απο ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑΣ Kurt Godel (1931)‏


Αποστόλης Μωραϊτόπουλος  
Συνέχεια →
Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Ποιος θυμάται τον Αλφόνς; (του Κώστα Ακρίβου)

0 σχόλια
Κλείνοντας το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου "Ποιος θυμάται τον Αλφόνς;" διακατέχομαι από αντιφατικά συναισθήματα. Από τη μια, η επίγευση της αναγνωστικής απόλαυσης και η έλξη που άσκησε πάνω μου μια προσωπικότητα σαν του ήρωά του, κι από την άλλη, η θλίψη που τέτοιοι άνθρωποι περνάνε από δίπλα μας χωρίς το μεγαλείο τους να γίνεται αντιληπτό.Είναι άραγε η εγγύτητα που δεν μας επιτρέπει να το δούμε; Ή μήπως η ανθρώπινη ζηλοφθονία που δεν μας αφήνει να το παραδεχτούμε; Σε έναν τόπο σαν τον δικό μας που βρίθει από αρχαίους μύθους, αρχαίους ήρωες και θεούς, πολύ λίγος χώρος μένει για σύγχρονους.


Κι όμως ένας τέτοιος έζησε ανάμεσά μας με τον δικό του "λοξό" τρόπο και ο Κ.Α. καταφέρνει να φωτίσει την προσωπικότητά του μέσα από μια σημαντική έρευνα που φαντάζομαι ότι  υπήρξε δύσκολη και χρονοβόρα. Νομίζω πως αρχίζει να διαμορφώνεται μια τάση στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία (πρόχειρα σημειώνω τον Χιώτη Γιάννη Μακριδάκη) αναδίφησης στην μικρο-ιστορία του κάθε τόπου έτσι ώστε να βγουν στην επιφάνεια ξεχασμένες ιστορίες και να αναδειχθούν και να επανεξεταστούν παρεξηγημένες (συνήθως) μορφές.

Ο Κ.Α. κάνει μυθιστόρημα κυρίως την αναζήτησή του, την ίδια του την αγωνία για το πώς θα χειριστεί το υλικό του, τη συναισθηματική του εμπλοκή με τον Αλφόνς. Ή μήπως την εμπλοκή του αφηγητή του με τον Αλφόνς; Γιατί ο αφηγητής είναι και δεν είναι ο συγγραφέας. Εδώ ο Κ.Α. παίζει ένα παιχνίδι με τον αναγνώστη. Ενώ στην αρχή φαίνεται απόλυτη η ταύτισή του με τον άνθρωπο που "αναζητά" τον Αλφόνς, σιγά-σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι ο ίδιος παίρνει αποστάσεις. Προς το τέλος μάλιστα, κάποιος τον αποκαλεί Στέργιο, σφραγίζοντας τη διαφοροποίηση. Είναι όμως πραγματική ή μήπως ο Κ.Α. θέλει να μας δείξει μ' αυτό ότι η ιστορία που διαβάζουμε είναι κι αυτή. όπως και το πρόσωπο του αφηγητή, εν μέρει κατασκευασμένη; Παραείναι πολλά τα στοιχεία που υποτίθεται πως έχει αφήσει πίσω του ο Αλφόνς (ιδίως τα ημερολόγιά του) για να είναι όλα αληθινά. Αυτό δεν το λέω ως κατηγόρια. Αντίθετα, είναι ο μεγαλύτερός μου έπαινος προς τον συγγραφέα: μας πείθει πως η μυθοπλασία του δεν είναι μυθοπλασία.

Αν η υπόθεσή μου ισχύει, τότε πραγματικά έχουμε ένα μυθιστόρημα μοναδικό. Δεν ξέρω αν μπόρεσε να βρει το Rosebud του Αλφόνς, όμως ο Κ.Α. καταφέρνει με παιγνιώδη τρόπο να θολώσει και να αμφισβητήσει τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και τη βιογραφία. Από αυτή την άποψη, νομίζω ότι το βιβλίο ξαναβρίσκει το νήμα που ο Κώστας Ακρίβος είχε αφήσει στο "Σφαίρα στο βυζί" (ας με συγχωρέσει αν μου ξέφυγε κάτι) δείχνοντας πια ιδιαίτερη συγγραφική ωριμότητα και εξαιρετικό έλεγχο του υλικού του.

Το μυθιστόρημα πείθει (ως βιογραφία;) και δεν είναι τυχαίο που ο Βόλος και το Πήλιο, με αφορμή το βιβλίο, ξαναθυμήθηκαν μια μάλλον ξεχασμένη φιγούρα τους. Οι συζητήσεις που κατά καιρούς ακούω μοιάζουν να δημιουργούν σχεδόν έναν καινούργιο θρύλο αναπλάθοντας τον παλιό. Να λοιπόν που η λογοτεχνία μπορεί να επιδρά πάνω στη ζωή. Άλλωστε, κατά μία έννοια, ποιος θα ήταν ο Αλφόνς χωρίς τον συγγραφέα του;

(Διαβάστε συνέντευξη του συγγραφέα εδώ)
Συνέχεια →
Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ - Βικτόρια Χίσλοπ

0 σχόλια

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ασκούσε πάντα πάνω μου μια μαγική έλξη. Γι' αυτόν ήταν η πρώτη "σοβαρή" σχολική εργασία που έκανα. Στα αγγλικά μάλιστα, για τον Mr Ross Mayberry - καλή του ώρα - που με προμήθευσε με μια επαρκέστατη για τα δεδομένα της γυμνασιακής μου ηλικίας βιβλιογραφία, την οποία "ρούφηξα" συνεπαρμένος. Οι ήρωες της Ισπανικής Επανάστασης πήραν για πάντα τη θέση τους στο πάνθεο των εφηβικών μου χρόνων.
 
Μία από αυτούς ήταν και η Ντολόρες Ιμπαρούρι, η περίφημη Πασιονάρια - αν και αργότερα η σταλινική της αφέλεια (;) ξεθώριασε κάπως τον θαυμασμό μου. Χρόνια μετά, μαθαίνοντας ισπανικά, σε ένα παιχνίδι που παίζαμε στο πλαίσιο της προφορικής μας εξάσκησης (αυτό που με ερωτήσεις προσπαθείς να ανακαλύψεις ποια προσωπικότητα έχει βάλει κάποιος στον νου), διαπίστωσα άναυδος ότι κανείς από τους συμμαθητές μου, όλοι θαυμαστές της σύγχρονης ισπανικής κουλτούρας, δεν είχε ποτέ ακούσει το όνομά της. Ούτε καν ο νεαρός Ισπανός δάσκαλός μας (πολιτικά όχι άσχετος, απ' ό,τι είχα διαπιστώσει)! Η λήθη έχει ρίξει βαρύ το πέπλο της στον πιο ρομαντικό ίσως πόλεμο του 20ου αιώνα. (Η πολιτική
Ντολόρες Ιμπαρούρι (Πασιονάρια)
των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων της Ισπανίας δεν είναι άμοιρη ευθυνών...) Μπορεί κανείς να κάνει - τηρουμένων των αναλογιών - τις συγκρίσεις του και με την ελληνική πραγματικότητα: πόσοι σημερινοί νεαροί Νεοέλληνες γνωρίζουν π.χ. τον Άρη Βελουχιώτη;

Φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξή μου όταν έμαθα ότι η Βικτόρια Χίσλοπ, η συγγραφέας του "Νησιού" των 200.000 αντιτύπων, είχε κυκλοφορήσει μυθιστόρημα με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο. Πάντα επιφυλακτικός απέναντι στα ευπώλητα, δεν έσπευσα να το διαβάσω. Προτίμησα να αφήσω να κατακαθίσει ο κουρνιαχτός - έτσι κάνω συνήθως - και να δω αν το βιβλίο έχει αντέξει στον χρόνο.

Αυτή τη φορά δεν περίμενα πολύ. Κάποια αφορμή δόθηκε και το μυθιστόρημα έπεσε στα χέρια μου. Δεν άφησα να με αποτρέψουν τα ψευτοδιθυραμβικά σχόλια του οπισθόφυλλου (της αγγλικής έκδοσης, για να μην αδικήσω κανέναν) και προχώρησα ακάθεκτος στην πολυσέλιδη ανάγνωση.

Η πρώτη μου διαπίστωση ήταν ότι η προσέγγιση της Χίσλοπ στον Ισπανικό Εμφύλιο είναι συναισθηματική και μάλλον τουριστική (με την όσο πιο καλή έννοια). Η ίδια άλλωστε κατ' επάγγελμα ταξιδιωτικά άρθρα γράφει. Αγαπάει τα μέρη όπου ταξιδεύει και γνωρίζει με εμβρίθεια τον πολιτισμό τους. Όμως για τους απαιτητικούς αναγνώστες μια απλή περιγραφή των δεινών του πολέμου δεν αρκεί. Νομίζω ότι ιστορικό μυθιστόρημα χωρίς μια μορφή αναθεώρησης, χωρίς μια προσπάθεια μετατόπισης των παραδεγμένων οπτικών γωνιών και αντιλήψεων, καταλήγει τετριμμένη, ρηχή ανάπλαση.
 

Η αφήγηση των κακουχιών που υφίστανται τα μέλη της οικογένειας του βιβλίου είναι εγκιβωτισμένη μέσα στην ιστορία της Σόνιας, μιας Αγγλίδας που επισκέπτεται τη Γρανάδα με μια φίλη της για να πάρουν μαθήματα ισπανικών χορών. Αυτό επιτρέπει στη συγγραφέα να αντιπαραβάλει το σήμερα με το χθες και να επικεντρωθεί στη λειτουργία της ιστορικής μνήμης. Από την άλλη, όμως, ο τρόπος που επιλέγει να στήσει το όλο σκηνικό επιτείνει την "τουριστική" αίσθηση που προανέφερα. Βέβαια, η εξέλιξη της ιστορίας θα δικαιολογήσει την εμπλοκή της Σόνιας σ' αυτήν, που ξεπερνάει το απλό ενδιαφέρον ενός επισκέπτη.
 

Η γλώσσα της Χίσλοπ είναι στρωτή και καθόλου περιπετειώδης, ενώ οι περιγραφές της ζωντανεύουν την εποχή και το τοπίο. Η πλοκή δεν έχει ιδιαίτερα γυρίσματα και εξελίσσεται μάλλον αναμενόμενα για τα δεδομένα ενός πολέμου. Παρ' όλο που υπάρχουν συμπτώσεις (κεντρικές στην πλοκή) που αντιβαίνουν στον νόμο των πιθανοτήτων, μπορούμε να τις προσπεράσουμε αποδίδοντάς τες στην ποιητική άδεια. Επιπλέον καταπιάνεται με την μετεμφυλιοπολεμική κατάσταση μέσα και έξω από την Ισπανία, πράγμα που έχει από μόνο του τη σημασία του, μια και λίγοι έχουν ασχοληθεί μ' αυτό. Εκείνο, όμως, που με ξένισε (λόγω και της δημοσιογραφικής ταυτότητας της Β.Χ.) ήταν η έλλειψη οικονομίας. Πιθανολογώ ότι γοητεύεται τόσο πολύ από την ίδια της την αφήγηση (ιδίως προς το τέλος) που ξεχνάει να τελειώσει έγκαιρα τα κεφάλαιά της.

 Τελικά, παρά τις αδυναμίες του, ο "Γυρισμός" είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με ενδιαφέρον και σίγουρα νιώθει κανείς μέσα στις σελίδες του πολύ έντονη τη γοητεία της Γρανάδα, του Λόρκα, του φλαμένκο, της Ισπανίας συνολικά. Η Βικτόρια Χίσλοπ αγαπάει αυτό για το οποίο γράφει και αυτό αντανακλάται στο μυθιστόρημά της (αντίστοιχη η αγάπη της και για την Ελλάδα όπου διαδραματίζεται το προηγούμενο βιβλίο της - δείτε τις συνεντεύξεις της). Είναι μια συμπαθέστατη και ειλικρινής εισαγωγή στο θέμα του Ισπανικού Εμφύλιου, όχι όμως ιδιαίτερα φιλόδοξη. Ο "δύσκολος" αναγνώστης θα χρειαστεί ίσως να βρει ικανοποίηση στα κλασικά κείμενα για την Ισπανική Επανάσταση (όπως αποκαλείται από κάποιους) ή στα πιο πρόσφατα . Σε κάθε περίπτωση, το κέρδος της αναγνωστικής απόλαυσης θα είναι μεγάλο.





Βιβλιογραφία (επιλογές):
- Orwell, George. Φόρος τιμής στην Καταλωνία (ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ) [κυκλοφορεί και ως "Πεθαίνοντας στην Καταλωνία" από τον ΚΑΚΤΟ]
- Beevor, Antony. Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939 (ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ)
- Koestler, Arthur. Ισπανική διαθήκη (ΚΑΚΤΟΣ)
- Hemingway, Ernest. Για ποιον χτυπά η καμπάνα (ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ και πολλές άλλες εκδόσεις)
- Malraux, André. Η ελπίδα (ΕΞΑΝΤΑΣ)
- Enzensberger, Hans - Magnus. Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας  (ΟΔΥΣΣΕΑΣ)
- Cercas, Javier. Στρατιώτες της Σαλαμίνας (ΠΑΤΑΚΗ)

Φιλμογραφία (επιλογές):
- For Whom the Bell Tolls (Sam Wood, 1943) [Για ποιον χτυπά η καμπάνα]
- ¡Ay, Carmela! (Carlos Saura, 1990)
- Land and Freedom (Ken Loach, 1995) [Γη και Ελευθερία]
- Soldados de Salamina (David Trueba, 2002) [Στρατιώτες της Σαλαμίνας]

- El laberinto del fauno (Guillerno del Toro. 2006) [Ο λαβύρινθος του Πάνα]

[Διαβάστε συνέντευξη της Βικτόρια Χίσλοπ]
Συνέχεια →

Ετικέτες